Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

William Blake

"To see a world grain of sand and a heaven in a wild flower, hold infinity in the palm of your hand an eternity in an hour..."

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Το πάθος της δημιουργίας Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*

Το πάθος της δημιουργίας

Του Χαριδημου Κ. Τσουκα*

«Να δώσεις ύφος στον χαρακτήρα σου – μια μεγάλη και σπάνια τέχνη.»
Φ. ΝΙΤΣΕ

Αν και είχα προετοιμαστεί για το θάνατό του, εν τούτοις ένιωσα σαν να έχανα έναν κοντινό μου άνθρωπο. Ηταν το ίδιο συναίσθημα που ένιωσα με τον θάνατο του Τζον Λένον, του Μάνου Χατζιδάκι, και του Κορνήλιου Καστοριάδη. Δεν χρειάζεται να ξέρεις έναν δημιουργό προσωπικά, είναι αρκετό να συνδεθείς με το έργο του.

Ο πρόωρος θάνατος του Στιβ Τζομπς τερμάτισε τη ζωή ενός παθιασμένου οραματιστή, που μετασχημάτισε αρκετές βιομηχανίες και άλλαξε την καθημερινότητα της ζωής μας. Πέρα από τα υπέροχα προϊόντα του, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η προσωπικότητά του. Τα τεχνουργήματά του ήταν το αποτύπωμα μιας πολυσχιδούς, ενθουσιώδους, χαρισματικής, ευφάνταστης, βουλησιαρχικής, εποικοδομητικά ναρκισσιστικής προσωπικότητας. Δεν θα κατανοήσουμε αυτή την προσωπικότητα, αν δεν καταλάβουμε την πορεία της διαμόρφωσής της.

Ο Τζομπς ήταν παιδί των σίξτις, των καλιφορνέζικων σίξτις. Ο απόηχος της αντικουλτούρας –η αναζήτηση αυθεντικής ατομικότητας, η αυτοπραγμάτωση, η αντισυμβατικότητα, ο συγκρητισμός– τον επηρέασε καθοριστικά. Η ατμόσφαιρα πειραματισμού της Σίλικον Βάλεϊ, η διαρκής αναζήτηση της καινοτομίας και η ριψοκίνδυνη επιχειρηματικότητα διαμόρφωσαν τον ορίζοντά του. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναζήτησε τις συντεταγμένες της ζωής του. Παράτησε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο, παρακολούθησε στη συνέχεια, ανεπίσημα, μόνο μαθήματα που τον ενδιέφεραν (όπως η καλλιγραφία), πειραματίστηκε με ψυχεδελικά ναρκωτικά, ταξίδεψε στην Ινδία, έγινε βουδιστής, ήταν φανατικός χορτοφάγος. Στις άπειρες διακλαδώσεις του βίου, οι «υπόγειες διαδρομές» του συναντήθηκαν απρόβλεπτα (όπως συνήθως συμβαίνει) και ανέδειξαν έναν ασυνήθιστο επιχειρηματία: συγκέρασε ψηφιακή τεχνολογία, επιχειρηματικότητα, και αντικουλτούρα. Κάποτε είπε ότι οι άνθρωποι στη βιομηχανία των υπολογιστών «δεν είχαν πολύ διαφορετικές εμπειρίες στη ζωή τους, οπότε δεν έχουν πολλές τελείες να ενώσουν, και καταλήγουν σε πολύ γραμμικές λύσεις».

Ο ανήσυχος χαρακτήρας του σχετίζεται με την ασυνήθιστη ανατροφή του. Οταν γεννήθηκε, οι βιολογικοί γονείς του τον έδωσαν για υιοθεσία. Ανθρωποι της εργατικής τάξης, ευπρεπείς και στοργικοί, οι θετοί του γονείς είχαν υποσχεθεί στους βιολογικούς του γονείς, που το ζητούσαν επιμόνως, ότι θα τον έστελναν στο πανεπιστήμιο. Το έκαναν. Διακόπτοντας τις σπουδές του, όμως, ο νεαρός Στιβ ήταν σαν να εξεγείρεται κατά των γονιών του. Κόβει συμβολικά τον ομφάλιο λώρο, αναζητώντας την αυτοπραγμάτωσή του. Η γνωστή τελειομανία του, που τον οδήγησε κάποτε στα όρια διατροφικής διαταραχής, εξέφραζε τη βούληση να ελέγχει το πεπρωμένο του. Ηθελε να γίνει όπως αυτός ήθελε – τέλειος. Η υιοθεσία του υπογράμμιζε την τυχαιότητα της ζωής και αναδείκνυε την ψυχική ανάγκη του να γίνει αποδεκτός από τους άλλους, κυρίως μέσα από τα έργα του. Η ισχυρή θεληματικότητά του απέρρεε από τη βαθιά επιθυμία να ορίσει ο ίδιος τη ζωή του. Οι ενδοψυχικές συγκρούσεις του δραματοποιήθηκαν στη δημόσια σκηνή – μετουσιώθηκαν σε επιχειρηματικά - τεχνολογικά ενδιαφέρουσα πράξη.

Η διαίσθησή του, ο εκρηκτικός χαρακτήρας του και η αυτοπεποίθησή του ήταν παροιμιώδεις. Εμπιστευόταν το ένστικτό του και χρησιμοποιούσε τη διευθυντική ισχύ του για να το επιβάλει. Οι έρευνες αγοράς ήταν για τους μέτριους, τους «νερόβραστους», όχι γι’ αυτόν. Αυτός ήξερε τι ήθελε και, κυρίως, ήξερε τι θα ήθελαν οι πελάτες του αν μπορούσαν να το εκφράσουν. «Συχνά οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι θέλουν μέχρι να τους το δείξεις», έλεγε.

Τα πολυσχιδή ενδιαφέροντά του ήρθαν σε ώσμωση μεταξύ τους: κατάφερε να συμβιβάσει τις αξίες της επιχείρησης με τις αξίες της αντικουλτούρας, την τεχνολογία με την αισθητική, τη λειτουργικότητα με το ντιζάιν. Ο Τζομπς ήταν στον αντίποδα του τεχνοκράτη. Καταλάβαινε καλά την τεχνολογία, αλλά έβλεπε πολύ πιο πέρα από αυτή. Στα μαθήματα καλλιγραφίας βρήκε «ομορφιά, ιστορικότητα και καλλιτεχνική λεπτότητα με έναν τρόπο που η επιστήμη αδυνατεί να συλλάβει». Είχε το μυαλό του μηχανικού, αλλά την αισθητική του καλλιτέχνη.

Η δημιουργία δεν εξηγείται αιτιακά, ούτε παράγεται μηχανικά, λέει ο Καστοριάδης. Το πλήρες νόημα των πράξεών μας δεν μας είναι γνωστό τη στιγμή που συμβαίνουν. Αν και δημιουργούμε τον εαυτό μας μέσα από τις πράξεις μας, δεν γνωρίζουμε εκ των προτέρων τις βιωματικές συνέπειές τους. Η πράξη μετασχηματίζει τον δρώντα, συχνά με απρόβλεπτο τρόπο. Δίνουμε συνοχή στη ζωή μας αναζητώντας αφηγηματικά, εκ των υστέρων, το νήμα που συνδέει τις εμπειρίες μας. Συνδέοντας τις εμπειρίες –τις τελείες– σε κάθε φορά διαφορετικά συμφραζόμενα, δημιουργούμε βαθμιαία τον εαυτό μας – το προσωπικό ύφος μας. Τα μαθήματα καλλιγραφίας του Τζομπς βρήκαν αργότερα τον δρόμο τους στις γραμματοσειρές του Macintosh. Τίποτα δεν πάει χαμένο.

Στην περίφημη ομιλία του στους αποφοίτους του Στάνφορντ, το 2005, απηχώντας τον Σοπενάουερ, είπε: «Δεν μπορείς να δεις όλη την εικόνα κοιτάζοντας μπροστά. Τη βλέπεις μόνο κοιτάζοντας πίσω. (…) Πρέπει να πιστεύεις σε κάτι – στο ένστικτό σου, στο πεπρωμένο, στη ζωή, στο κάρμα, σε κάτι». Η πίστη σού δίνει ώθηση για δημιουργία. Τη σημασία της δημιουργίας ποτέ δεν μπορείς να την ξέρεις εκ των προτέρων, την ανακαλύπτεις αργότερα. Δρούμε κάθε φορά μέσα στην ομίχλη, βλέπουμε καθαρά από απόσταση. Να αποδέχεσαι την αβεβαιότητα, να δρας γνωρίζοντας την ανοιχτότητα του νοήματος των όσων κάνεις, να διαθέτεις εσωτερική ορμή, πάθος για αξίες, νιτσεϊκή «υπερχείλιση», να πασχίζεις να συνθέτεις τις εμπειρίες σου – αυτά συνιστούν τα σημαντικότερα γνωρίσματα του δημιουργικού ανθρώπου.

Σε ευχαριστούμε, Στιβ, για ό,τι μας έδωσες και για ό,τι ενσάρκωσες.

* Ο κ. Χ. Κ. Τσούκας (htsoukas@gmail.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

2010 Q4



entries 29
times 14
speed 18.6
miles -78

Does belief in free will lead to action?

Free will may be an illusion. Yet we persist in believing we are the masters of our fates—and that belief affects how we act. Think you determine the course of your life and you're likely to work harder toward your goals and feel better about yourself too. Think you don't, and you're likelier to behave in ways that fulfill that prophesy.

"Folk psychology tells us if you feel in control, you perform better," says Davide Rigoni, an experimental psychologist now at the University of Marseille. "What is crucial is that these effects are present at a very basic motor level, a deep level of brain activity."

Working with Marcel Brass and Simone Kuhn of the University of Gent and the University of Padova's Giuseppe Sartori, Rigoni showed that shaking people's belief in self-mastery impairs their brains' readiness to act, even before they're aware of the intention to move. The study is published in an upcoming issue of Psychological Science, a journal of the Association for Psychological Science.

To see how free-will beliefs affect pre-conscious aspects of motor control, the team observed a well-known brain marker of voluntary action: the negative electrical wave of "readiness potential," which first fires in preparation to move and then, milliseconds later, activates as the brain sends signals to the muscles. Because the first part is not conscious but is modulated by intention, the researchers thought its strength might reflect belief—or disbelief—in free will.

The study divided 30 men and women ages 18 to 24 into two groups. The experimental group read a text stating that scientists had discovered free will to be an illusion. The control group read about consciousness with no mention of free will. They were instructed to read carefully in preparation for a quiz.

Then the participants performed a "Libet task": pressing a button whenever and however many times they chose, while indicating on a screen the time they became aware of the intention to act. Meanwhile, an EEG recorded their brain activity.

Finally, participants answered questions assessing their beliefs in free will and determinism, both regarding people in general and themselves in particular.

The questionnaires showed the text worked: the first group's belief in their own self-determination was weaker than that of the control group's.

The same effect showed up in the Libet test. The no-free-will group's EEGs measured brain activity far lower than the control group's during that first, unconscious phase of readiness potential. Deep in the brain, the gumption to act flagged along with the belief in self-determination.

Impatient with the biological deterministic bent of science—"that genes and brains control us and we have no control," Rigoni was motivated by a more philosophical question: "Is it better to believe or not believe we are free? What if we all disbelieved in free will?" The study gives scientific support to his intuition that it is better to believe. "If we are not free," he says, "it makes no sense to put effort into actions and to be motivated."

###

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Ως έλλογο ον, ο άνθρωπος

Ως έλλογο ον, ο άνθρωπος αντιμετωπίζει έναντι των αλόγων όντων ένα αξεπέραστο πρόβλημα: ταυτόχρονα είναι δρων υποκείμενο και κριτής των αποτελεσμάτων της δράσεώς του. Αυτός ο κάθετος - και συχνά εξουθενωτικός - διαχωρισμός αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της Ηθικής. Όταν δεν περιορίζεσαι να δρας βάσει απλών εικασιών και επαναλαμβανόμενων αποτελεσμάτων, αλλά την ίδια τη δράση σου καθορίζει η ψυχαναγκαστική ικανότητά σου να διακρίνεις και να αξιολογείς τις ποικίλες συνέπειες των διαθέσιμων επιλογών σου, τότε εισάγεις εσύ ο ίδιος τη διάκριση, τον εσωτερικό διχασμό, τη μανιχαϊστική αντίληψη του κόσμου στο οικοσύστημά σου και εδραιώνεις στάσεις και πεποιθήσεις πάνω στη διαρκή αδυναμία μιας βέβαιης επιλογής. Τα ακαταπαύστως προβαλλόμενα στη συνείδηση αντιθετικά ζεύγη του τύπου "φως-σκότος" σχηματοποιούν αυτή τη βαθύτερη ψυχολογική ιδιαιτερότητα της διάκρισης και εξεικονίζουν με τον πλέον καταληπτό τρόπο βεβαιότητες και αβεβαιότητες, διάρκειες και στιγμές, επιτεύγματα και οδυνηρές εγκαταλείψεις.

Τούτο το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διάκρισης καθορίζει και τις συλλογικότερες παραμέτρους της ανθρώπινης σύμβασης. Ανατρέποντας τη βασική "γεωμετρική" ή "μηχανιστική" αντίληψη της μαρξικής θεωρίας περί εποικοδομήματος, ο Max Weber απέδειξε - στο μνημειώδες σύγγραμμά του "Η γένεση του καπιταλισμού στα χρόνια της θρησκευτικής μεταρρύθμισης" - ότι ο οριακός και αδιαμόρφωτος χώρος της ανθρώπινης ψυχής και ο πολυπρόσωπος μηχανισμός της διάκρισης διαμορφώνουν όχι μόνο τις ατομικές αλλά και τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες του ανθρώπινου βίου. Συγκεκριμένα, μια ορισμένη θρησκευτική δοξασία - η προτεσταντική - που είχε οικοδομηθεί πάνω στην ηθική αγωνία της ενοχής και την ηθική αναγνώριση της χάρης επέτρεψε και εν συνεχεία επέβαλε τη συγκέντρωση και την επένδυση του κεφαλαίου. Έτσι, ένα ηθικό πρόβλημα μιας ορισμένης κοινωνίας και μιας ορισμένης αντίληψης του ατόμου μέσα στον κόσμο καθόρισε τη φυσιογνωμία της νεοτερικής και της μετανεοτερικής εποχής, στην οποία εμείς σήμερα ζούμε...

Ας μη υποτιμούμε αυτό που κάπως αδόκιμα και σχηματικά ονομάζουν οι αναλυτές των αγορών "ψυχολογία". Διότι πρόκειται ακριβώς για το αποτέλεσμα της αυτόματης επενέργειας της διάκρισης πάνω στην πραγματικότητα. Η "ψυχολογία" δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια μικρή ή μεγάλη παραμόρφωση της πραγματικότητας - μια υπερβολή. Μια υπερβολή όμως που αντιστοιχεί σε ορισμένη ψυχική αναγκαιότητα και εκδηλώνεται ως συναισθηματική υπερεκχείλιση της κοίτης στην οποία κυλούμε. Μια υπερβολή που έχει τραφεί με μετρήσιμα δεδομένα και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο τα προεκτείνει προς το άμετρο, τον αβέβαιο χώρο της ηθικής και ψυχικής ελευθερίας που νιώθουμε την ανάγκη να διατηρούμε μέσα μας ως διέξοδο των ίδιων των λογικών πράξεων και εκτιμήσεων που εξωτερικά τουλάχιστον προσδιορίζουν - και καταπιέζουν - την ύπαρξή μας.

Τέτοιες προεκτάσεις και υπερβολές εκτός από συνήθεις και πολλάκις παρατηρημένες είναι και επιβεβλημένες. Διότι κατ' εξοχήν μ' αυτές ανατρέπονται πάγιες αντιλήψεις, στερεότυπα, αξιακά συστήματα, οριακές επιβαρύνσεις της ατομικής ζωής από τις συλλογικές εκφάνσεις της. Τέτοιες προεκτάσεις και υπερβολές γεννούν θρησκευτικά συστήματα, επαναστάσεις, κύκλους οικονομικού και πολιτισμικού ζόφου ή άνθησης. Τέτοιες υπερβολές - "αδικαιολόγητες" με βάση μια αλγεβρική αντίληψη της πραγματικότητας - δεν κινούν μήπως και την απρόβλεπτη ακίδα των χρηματιστηριακών δεικτών;

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Στον πατέρα μου οφείλω ό,τι κατάφερα στη ζωή μου.

Στον πατέρα μου οφείλω ό,τι κατάφερα στη ζωή μου. Αυτό που είμαι και - σε καθοριστικό βαθμό - αυτό που έγινα. Από πολύ νωρίς προσπάθησε να μου εμφυσήσει την πεποίθηση ότι η μόνη πραγματική περιουσία μου είναι τα βιβλία που έχω διαβάσει, η μουσική που έχω ακούσει ως ύψιστο μέσο διαισθητικής κατανόησης του κόσμου και της θέσης μου σ' αυτόν και η αγάπη που θα επιτρέψω στον εαυτό μου να δώσει αφειδώλευτα και χωρίς ανταλλάγματα στους άλλους. Ένα χαμόγελο ως απάντηση στη δική μου ή την ξένη θλίψη, μια θερμή χειραψία, μια αγκαλιά, ένα ξόρκι διάσημου προγόνου στα χείλια που θα διώξει τον φόβο της αύριον, μια γλυκιά μελαγχολία που θ' αποτελέσει τ' αναγκαίο αντιστάθμισμα στην υπερβολική χαρά μιας απρόσμενης επιτυχίας... Αυτά - και τόσα άλλα, μικρά, ανθρώπινα, που δεν τα πιάνει το μάτι, που δεν αποτιμώνται σε χρήμα ή "επιφάνεια" κοινωνική και τα τοιαύτα - υπήρξαν η μεγαλύτερη κληρονομιά, η ισχυρότερη αντίσταση, το αβύθιστο εκτόπισμα της μέχρι τώρα ζωής μου. Διότι η θειότητα - αυτό που κυριαρχεί στη στάση μας απέναντι στα πράγματα και μας εμπνέει - δεν υπάρχει στις απεικονίσεις του Θείου, στα κάθε λογής είδωλα, στα "χρυσά μοσχάρια". Υπάρχει μέσα μας. Είναι ενδιάθετη. Δεν φανερώνεται στα ποικίλα και κατά κανόνα άχρηστα αποκτήματα, αλλά στην καλλιέργεια της ικανότητας του καθενός από μας να κατανοεί και να νιώθει...

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

Thoughts of Hopes, Opportunities Keep People From Clinging to Failing Investments

It’s a common problem in the business world—throwing good money after bad. People cling to bad investments, hoping that more time, effort, and money will rescue their turkey of a project. A new study published in Psychological Science, a journal of the Association for Psychological Science, finds that changing people’s mindsets can make them more likely to abandon a failing investment.

“These situations happen all the time,” says Assistant Professor Daniel C. Molden, of Northwestern University, who conducted the study with his graduate student Chin Ming Hui. “They happen with businesses; they happen in the Pentagon with weapons systems.” The producers of Spider-Man: Turn off the Dark are making the most expensive musical of all time, plagued with cost overruns and cast injuries. “If they had at any point objectively reevaluated their position and thought, ‘What is the probability that this is going to make money?’ they might have just pulled the plug,” Molden says. Now the musical will have to be wildly successful to make back the estimated $65 million that went into its production.

Molden and Hui devised an experiment to find out if they could change how people dealt with the “sunk costs” from their previous investments. Volunteers were first asked to write generally about either their personal duties and obligations or their personal hopes and aspirations. Then they were asked to imagine that they were the president of an aviation company who had committed $10 million to building a special kind of airplane. But with $9 million already spent and the project nearly done, another company had announced they had made a better, cheaper plane. They were asked whether they would spend the last $1 million or cancel the project.

People who had thought about their hopes and aspirations were more likely to say they would abandon the project. On the other hand, people who had written about their duties and obligations felt it was their responsibility to finish the project—thus throwing good money after bad. Molden suggests that this is because people who focus on their own hopes are thinking positively about opportunities for growth, and are therefore more likely to appreciate what else might be accomplished with the remaining $1 million, whereas people who focus on duties and obligations are feeling anxious and thinking about how abandoning the project would be accepting complete failure.

“At the very least, when things start to go wrong, people should stop and evaluate the costs and benefits of going forward,” Molden says. Instead, it seems that people think, “I’ve already committed so much to this, I can’t quit now.”

Of course, not everything that appears to be going badly will fail. Buildings, movies, or government programs that run over cost could still be a success in the end. Spider-Man could turn out to be the best musical of all time. “Things can work out,” says Molden. “The problem is that when people decide to push ahead because of what has already been invested versus some reasonable expectations of what will happen next, more often than not, they don’t.”
###

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Neurobiologists find that weak electrical fields in the brain help neurons fire together

Coordinated behavior occurs whether or not neurons are actually connected via synapses



IMAGE: Ephaptic coupling leads to coordinated spiking of nearby neurons, as measured using a 12-pipette electrophysiology setup developed in the laboratory of coauthor Henry Markram.
Click here for more information.




Pasadena, Calif.—The brain—awake and sleeping—is awash in electrical activity, and not just from the individual pings of single neurons communicating with each other. In fact, the brain is enveloped in countless overlapping electric fields, generated by the neural circuits of scores of communicating neurons. The fields were once thought to be an "epiphenomenon, a 'bug' of sorts, occurring during neural communication," says neuroscientist Costas Anastassiou, a postdoctoral scholar in biology at the California Institute of Technology (Caltech).

New work by Anastassiou and his colleagues, however, suggests that the fields do much more—and that they may, in fact, represent an additional form of neural communication.

"In other words," says Anastassiou, the lead author of a paper about the work appearing in the journal Nature Neuroscience, "while active neurons give rise to extracellular fields, the same fields feed back to the neurons and alter their behavior," even though the neurons are not physically connected—a phenomenon known as ephaptic coupling. "So far, neural communication has been thought to occur at localized machines, termed synapses. Our work suggests an additional means of neural communication through the extracellular space independent of synapses."

Extracellular electric fields exist throughout the living brain, though they are particularly strong and robustly repetitive in specific brain regions such as the hippocampus, which is involved in memory formation, and the neocortex, the area where long-term memories are held. "The perpetual fluctuations of these extracellular fields are the hallmark of the living and behaving brain in all organisms, and their absence is a strong indicator of a deeply comatose, or even dead, brain," Anastassiou explains.

Previously, neurobiologists assumed that the fields were capable of affecting—and even controlling—neural activity only during severe pathological conditions such as epileptic seizures, which induce very strong fields. Few studies, however, had actually assessed the impact of far weaker—but very common—non-epileptic fields. "The reason is simple," Anastassiou says. "It is very hard to conduct an in vivo experiment in the absence of extracellular fields," to observe what changes when the fields are not around.

To tease out those effects, Anastassiou and his colleagues, including Caltech neuroscientist Christof Koch, the Lois and Victor Troendle Professor of Cognitive and Behavioral Biology and professor of computation and neural systems, focused on strong but slowly oscillating fields, called local field potentials (LFP), that arise from neural circuits composed of just a few rat brain cells. Measuring those fields and their effects required positioning a cluster of tiny electrodes within a volume equivalent to that of a single cell body—and at distances of less than 50 millionths of a meter from one another.

"Because it had been so hard to position that many electrodes within such a small volume of brain tissue, the findings of our research are truly novel," Anastassiou says. Previously, he explains, "nobody had been able to attain this level of spatial and temporal resolution."

An "unexpected and surprising finding was how already very weak extracellular fields can alter neural activity," he says. "For example, we observed that fields as weak as one millivolt per millimeter robustly alter the firing of individual neurons, and increase the so-called "spike-field coherence"—the synchronicity with which neurons fire with relationship to the field."In the mammalian brain, we know that extracellular fields may easily exceed two to three millivolts per millimeter. Our findings suggest that under such conditions, this effect becomes significant."

What does that mean for brain computation? "Neuroscientists have long speculated about this," Anastassiou says. "Increased spike-field coherency may substantially enhance the amount of information transmitted between neurons as well as increase its reliability. Moreover, it has been long known that brain activity patterns related to memory and navigation give rise to a robust LFP and enhanced spike-field coherency. We believe ephaptic coupling does not have one major effect, but instead contributes on many levels during intense brain processing."

Can external electric fields have similar effects on the brain? "This is an interesting question," Anastassiou says. "Indeed, physics dictates that any external field will impact the neural membrane. Importantly, though, the effect of externally imposed fields will also depend on the brain state. One could think of the brain as a distributed computer—not all brain areas show the same level of activation at all times.

"Whether an externally imposed field will impact the brain also depends on which brain area is targeted. During epileptic seizures, pathological fields can be as strong as 100 millivolts per millimeter¬—such fields strongly entrain neural firing and give rise to super-synchronized states." And that, he adds, suggests that electric field activity—even from external fields—in certain brain areas, during specific brain states, may have strong cognitive and behavioral effects.

Ultimately, Anastassiou, Koch, and their colleagues would like to test whether ephaptic coupling affects human cognitive processing, and under which circumstances. "I firmly believe that understanding the origin and functionality of endogenous brain fields will lead to several revelations regarding information processing at the circuit level, which, in my opinion, is the level at which percepts and concepts arise," Anastassiou says. "This, in turn, will lead us to address how biophysics gives rise to cognition in a mechanistic manner—and that, I think, is the holy grail of neuroscience."

###

The work in the paper, "Ephaptic coupling of cortical neurons," published January 16 in the advance online edition of the journal, was supported by the Engineering Physical Sciences Research Council, the Sloan-Swartz Foundation, the Swiss National Science Foundation, EU Synapse, the National Science Foundation, the Mathers Foundation, and the National Research Foundation of Korea.

Flash of fresh insight by electrical brain stimulation

Are we on the verge of being able to stimulate the brain to see the world anew - an electric thinking cap? Research by Richard Chi and Allan Snyder from the Centre for the Mind at the University of Sydney suggests that this could be the case.

They found that participants who received electrical stimulation of the anterior temporal lobes were three times as likely to reach the fresh insight necessary to solve a difficult, unfamiliar problem than those in the control group. The study published on February 2 in the open-access journal PLoS ONE.

According to the authors, our propensity to rigidly apply strategies and insights that have had previous success is a major bottleneck to making creative leaps in solving new problems. There is normally a cognitive tradeoff between the necessity of being fast at the familiar on one hand and being receptive to novelty on the other.

Chi and Snyder argue that we can modulate this tradeoff to our advantage by applying transcranial direct current stimulation (tDCS), a safe, non-invasive technique that temporarily increases or decreases excitability of populations of neurons. In particular, tDCS can be used to manipulate the competition between the left and right hemisphere by inhibiting and/or disinhibiting certain networks. Their findings are consistent with evidence that the right anterior temporal lobe is associated with insight or novel meaning and that inhibition of the left anterior temporal lobe can induce a cognitive style that is less top-down, less influenced by preconceptions.

While further studies involving brain stimulation in combination with neuroimaging are needed to elucidate the exact mechanisms leading to insight, Chi and Snyder can imagine a future when non-invasive brain stimulation is briefly employed for solving problems that have evaded traditional cognitive approaches.

###

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Mindfulness meditation training changes brain structure in 8 weeks

General-led study shows changes over time in areas associated with awareness, empathy, stress

Participating in an 8-week mindfulness meditation program appears to make measurable changes in brain regions associated with memory, sense of self, empathy and stress. In a study that will appear in the January 30 issue of Psychiatry Research: Neuroimaging, a team led by Massachusetts General Hospital (MGH) researchers report the results of their study, the first to document meditation-produced changes over time in the brain's grey matter.

"Although the practice of meditation is associated with a sense of peacefulness and physical relaxation, practitioners have long claimed that meditation also provides cognitive and psychological benefits that persist throughout the day," says Sara Lazar, PhD, of the MGH Psychiatric Neuroimaging Research Program, the study's senior author. "This study demonstrates that changes in brain structure may underlie some of these reported improvements and that people are not just feeling better because they are spending time relaxing."

Previous studies from Lazar's group and others found structural differences between the brains of experienced mediation practitioners and individuals with no history of meditation, observing thickening of the cerebral cortex in areas associated with attention and emotional integration. But those investigations could not document that those differences were actually produced by meditation.

For the current study, MR images were take of the brain structure of 16 study participants two weeks before and after they took part in the 8-week Mindfulness-Based Stress Reduction (MBSR) Program at the University of Massachusetts Center for Mindfulness. In addition to weekly meetings that included practice of mindfulness meditation – which focuses on nonjudgmental awareness of sensations, feelings and state of mind – participants received audio recordings for guided meditation practice and were asked to keep track of how much time they practiced each day. A set of MR brain images were also taken of a control group of non-meditators over a similar time interval.

Meditation group participants reported spending an average of 27 minutes each day practicing mindfulness exercises, and their responses to a mindfulness questionnaire indicated significant improvements compared with pre-participation responses. The analysis of MR images, which focused on areas where meditation-associated differences were seen in earlier studies, found increased grey-matter density in the hippocampus, known to be important for learning and memory, and in structures associated with self-awareness, compassion and introspection. Participant-reported reductions in stress also were correlated with decreased grey-matter density in the amygdala, which is known to play an important role in anxiety and stress. Although no change was seen in a self-awareness-associated structure called the insula, which had been identified in earlier studies, the authors suggest that longer-term meditation practice might be needed to produce changes in that area. None of these changes were seen in the control group, indicating that they had not resulted merely from the passage of time.

"It is fascinating to see the brain's plasticity and that, by practicing meditation, we can play an active role in changing the brain and can increase our well-being and quality of life." says Britta Hölzel, PhD, first author of the paper and a research fellow at MGH and Giessen University in Germany. "Other studies in different patient populations have shown that meditation can make significant improvements in a variety of symptoms, and we are now investigating the underlying mechanisms in the brain that facilitate this change."

Amishi Jha, PhD, a University of Miami neuroscientist who investigates mindfulness-training's effects on individuals in high-stress situations, says, "These results shed light on the mechanisms of action of mindfulness-based training. They demonstrate that the first-person experience of stress can not only be reduced with an 8-week mindfulness training program but that this experiential change corresponds with structural changes in the amydala, a finding that opens doors to many possibilities for further research on MBSR's potential to protect against stress-related disorders, such as post-traumatic stress disorder." Jha was not one of the study investigators.

###

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Trust Your Gut…but Only Sometimes

When faced with decisions, we often follow our intuition—our self-described “gut feelings”—without understanding why. Our ability to make hunch decisions varies considerably: Intuition can either be a useful ally or it can lead to costly and dangerous mistakes. A new study published in Psychological Science, a journal of the Association for Psychological Science, finds that the trustworthiness of our intuition is really influenced by what is happening physically in our bodies.

“We often talk about intuition coming from the body—following our gut instincts and trusting our hearts”, says Barnaby D. Dunn, of the Medical Research Council Cognition and Brain Sciences Unit in Cambridge, U.K., first author of the new paper. What isn’t certain is whether we should follow, or be suspicious of, what our bodies are telling us. And do we differ in the influence that our gut feelings have on how we make decisions?

To investigate how different bodily reactions can influence decision making, Dunn and his co-authors asked study participants to try to learn how to win at a card game they had never played before. The game was designed so that there was no obvious strategy to follow and instead players had to follow their hunches. While playing the game, each participant wore a heart rate monitor and a sensor that measured the amount of sweat on their fingertips.

Most players gradually found a way to win at the card game and they reported having relied on intuition rather than reason. Subtle changes in the players’ heart rates and sweat responses affected how quickly they learned to make the best choices during the game.

Interestingly, the quality of the advice that people’s bodies gave them varied. Some people’s gut feelings were spot on, meaning they mastered the card game quickly. Other people’s bodies told them exactly the wrong moves to make, so they learned slowly or never found a way to win.

Dunn and his co-authors found this link between gut feelings and intuitive decision making to be stronger in people who were more aware of their own heartbeat. So for some individuals being able to ‘listen to their heart’ helped them make wise choices, whereas for others it led to costly mistakes.

“What happens in our bodies really does appear to influence what goes in our minds. We should be careful about following these gut instincts, however, as sometimes they help and sometimes they hinder our decision making,” says Dunn.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Σύνδεση Κβαντικής Φυσικής και συνείδησης στον David Bohm

Η Κβαντική θεωρία είναι ανοικτή σε διαφορετικές ερμηνείες και η παρακάτω εργασία επανεξετάζει κάποια απ’ τα σημεία τριβής. Η συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής δέχεται ότι, ο κβαντικός κόσμος χαρακτηρίζεται από απόλυτη αιτιοκρατία και ότι τα κβαντικά συστήματα υπάρχουν αντικειμενικά μόνο όταν μετρούνται ή παρατηρούνται. Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας του David Bohm, απορρίπτει και τις δύο αυτές υποθέσεις.

Η κβαντική θεωρία θεωρείται γενικά σαν μια απ’ τις πιο επιτυχημένες επιστημονικές θεωρίες που διατυπώθηκαν ποτέ. Αλλά ενώ η μαθηματική περιγραφή του κβαντικού κόσμου επιτρέπει, οι πιθανότητες των πειραματικών αποτελεσμάτων να είναι υπολογίσιμες με υψηλό βαθμό ακρίβειας, δεν υπάρχει ομοφωνία στο τι σημαίνει σε εννοιολογικούς όρους.

Η θεωρία του Bohm ότι τα κβαντικά συμβάντα καθορίζονται εν μέρει από ανεπαίσθητες δυνάμεις, που λειτουργούν σε βαθύτερα επίπεδα της πραγματικότητας, συνδέεται στενά με τη θεωρία του νομπελίστα νευροφυσιολόγου John Eccle ότι, οι διάνοιές μας υπάρχουν έξω από τον υλικό κόσμο και αλληλεπιδρούν με άλλες διάνοιες στο κβαντικό επίπεδο. Τα παραφυσικά φαινόμενα υποδεικνύουν ότι οι διάνοιές μας επικοινωνούν με άλλες και επηρεάζουν μακρινά φυσικά συστήματα με ασυνήθιστους τρόπους. Είτε τέτοια φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με όρους μη-τοπικότητας και κβαντωμένου κενού είτε περιλαμβάνουν υπερφυσικές δυνάμεις και καταστάσεις της ύλης άγνωστες ακόμα στους επιστήμονες, αποτελεί ακόμα μια ανοικτή ερώτηση η οποία αξίζει επιπλέον πειραματικής μελέτης.

Κβαντική αβεβαιότητα

Σύμφωνα με την αρχή της αβεβαιότητας, η θέση και η ορμή ενός υποατομικού σωματιδίου, δεν μπορούν να υπολογισθούν ταυτόχρονα, με ακρίβεια μεγαλύτερη απ’ αυτή που ορίζει η σταθερά του Plank. Κι αυτό επειδή, σε κάθε μέτρηση, ένα σωματίδιο πρέπει να αλληλεπιδράσει με ένα τουλάχιστον φωτόνιο ή κβάντα ενέργειας, το οποίο δρα και σαν σωματίδιο και σαν κύμα και το επηρεάζει με απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο τρόπο. Μια ακριβή μέτρηση της θέσης ενός ηλεκτρονίου σε τροχιά, μέσω μικροσκοπίου για παράδειγμα, απαιτεί τη χρήση μικρού μήκους κύματος φωτός, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται στο ηλεκτρόνιο μια μεγάλη αλλά απρόβλεπτη ορμή. Απ’ την άλλη μεριά, μια ακριβή μέτρηση της ορμής του ηλεκτρονίου, απαιτεί κβάντα φωτός πολύ χαμηλής ορμής (και γι’ αυτό μεγάλου μήκους κύματος), κάτι που οδηγεί σε μεγάλη γωνία περίθλασης στο φακό και κακό προσδιορισμό της θέσης.

Αλλά, σύμφωνα με τη συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής, όχι μόνο μας είναι αδύνατο να υπολογίσουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου με ίδια ακρίβεια, αλλά και ένα σωματίδιο δεν έχει καλά καθορισμένες ιδιότητες όταν δεν αλληλεπιδρά με ένα όργανο μέτρησης. Γι’ αυτό, η αρχή της αβεβαιότητας συνεπάγεται ότι, ένα σωματίδιο δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε ακινησία, αλλά υπόκειται σε σταθερές ταλαντώσεις ακόμα κι όταν δεν διεξάγεται κάποια μέτρηση και αυτές οι ταλαντώσεις υποτίθεται ότι δεν έχουν καθόλου αιτία. Με άλλα λόγια, ο κβαντικός κόσμος πιστεύεται ότι χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη αιτιοκρατίας, εγγενή ασάφεια και αμείωτη ανομία. Όπως το θέτει ο σύγχρονος φυσικός David Bohm (1984): "υποτίθεται ότι σε κάθε πείραμα, το ακριβές αποτέλεσμα που θα επιτευχθεί, είναι εντελώς αυθαίρετο, με την έννοια ότι δεν έχει σχέση με ο,τιδήποτε άλλο που υπάρχει ή που έχει υπάρξει στον κόσμο."

Ο Bohm θεωρεί ότι, η εγκατάλειψη της αιτιότητας υπήρξε πολύ βιαστική: "είναι αρκετά πιθανό, ενώ η κβαντική θεωρία και μαζί της και η αρχή της απροσδιοριστίας είναι έγκυρες με πολύ βαθμό προσέγγισης σε ένα συγκεκριμένο πεδίο παύουν και οι δύο να είναι έχουν αξία σε νέα πεδία κάτω απ’ αυτό το οποίο η σύγχρονη θεωρία είναι εφαρμόσιμη. Έτσι, το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει βαθύτερο επίπεδο αιτιατά καθορισμένης κίνησης, είναι απλά κυκλική αιτιολόγηση, αφού θα προκύψει μόνο αν υποθέσουμε προκαταβολικά ότι δεν υπάρχει τέτοιο επίπεδο." Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι φυσικοί αρκούνται να δεχθούν την υπόθεση του απόλυτα τυχαίου. Θα επιστρέψουμε σ’ αυτό το θέμα αργότερα, σε συνδυασμό με την ελεύθερη βούληση.

Συρρικνώνοντας την κυματοσυνάρτηση

Ένα κβαντικό σύστημα αναπαριστάται μαθηματικά με μια κυματοσυνάρτηση, που προκύπτει απ’ την εξίσωση Schrodinger. Η κυματοσυνάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπολογίσουμε την πιθανότητα να βρεθεί ένα σωματίδιο σε κάποιο σημείο του χώρου. Όταν πραγματοποιείται μια μέτρηση, το σωματίδιο βρίσκεται φυσικά σε μία μόνο θέση, αλλά αν η κυματοσυνάρτηση υποτίθεται ότι παρέχει μια πλήρη και επακριβή περιγραφή της κατάστασης του κβαντικού συστήματος – όπως είναι στην συνηθισμένη ερμηνεία – αυτό θα σήμαινε ότι μεταξύ των μετρήσεων το σωματίδιο διαλύεται σε μια "επαλληλία κυμάτων πιθανοτήτων" και είναι δυναμικά παρόν σε πολλά διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα. Τότε, όταν πραγματοποιείται η επόμενη μέτρηση, αυτό το πακέτο κυμάτων υποτίθεται ότι "διαλύεται" ακαριαία, με κάποιο τυχαίο και μυστηριώδη τρόπο, ξανά σε ένα σωματίδιο σε ορισμένο χώρο. Αυτή η ξαφνική και συνεχή "διάλυση" παραβιάζει την εξίσωση Schrodinger και δεν επεξηγείται περαιτέρω στην συνηθισμένη ερμηνεία.

Αφού η συσκευή μέτρησης που υποτίθεται ότι κάνει την κυματοσυνάρτηση ενός σωματιδίου να καταρρεύσει, είναι φτιαγμένη από υποατομικά σωματίδια, φαίνεται ότι η δική της κυματοσυνάρτηση θα έπρεπε να καταρρέει από άλλη συσκευή μέτρησης (η οποία θα μπορούσε να είναι το μάτι και το μυαλό ενός ανθρώπινου παρατηρητή), η οποία με τη σειρά της χρειάζεται να καταρρεύσει από μία ακόμα συσκευή μέτρησης κ.ο.κ., οδηγώντας σε μια άπειρη διαδρομή προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, η κοινώς αποδεκτή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας συνεπάγεται ότι όλα τα μακροσκοπικά αντικείμενα που βλέπουμε γύρω μας υπάρχουν σε μια αντικειμενική, ευκρινή κατάσταση μόνο όταν μετριούνται ή παρατηρούνται. Ο Schrodinger επινόησε μια διάσημη ιδέα-πείραμα για να επιδείξει παράλογες συνέπειες αυτής της ερμηνείας. Μια γάτα τοποθετείται σ’ ένα κουτί που περιέχει μια ραδιενεργή ουσία, έτσι ώστε να υπάρχει πιθανότητα 50-50 ένα άτομο να διασπασθεί σε μία ώρα. Αν ένα άτομο διασπασθεί, προκαλεί την απελευθέρωση ενός δηλητηριώδους αερίου, που σκοτώνει τη γάτα. Μετά από μια ώρα η γάτα υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή (και καθετί ανάμεσα στα δύο), μέχρι κάποιος να ανοίξει το κουτί και ακαριαία να προκαλέσει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης του, σε μια νεκρή ή ζωντανή γάτα.

Ποικίλες λύσεις έχουν προταθεί για το "πρόβλημα μέτρησης" που σχετίζεται με την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης. Κάποιοι φυσικοί υποστηρίζουν ότι ο κλασικός κόσμος ή μακρόκοσμος δεν πάσχει από την κβαντική ασάφεια, επειδή μπορεί να αποθηκεύσει πληροφορίες και υπόκειται σ’ ένα "βέλος του χρόνου", ενώ ο κβαντικός κόσμος ή μικρόκοσμος προβάλλεται ως αδύνατος να αποθηκεύσει πληροφορίες και χρονικά ανατρέψιμος (Pagels, 1983). Μια πιο εξωφρενική προσέγγιση, είναι η υπόθεση των πολλαπλών συμπάντων, η οποία ισχυρίζεται ότι το σύμπαν διχάζεται κάθε φορά που εκτελείται μια μέτρηση (ή μια αλληλεπίδραση παρόμοια με μέτρηση), έτσι ώστε όλες οι πιθανότητες που αναπαριστούνται απ’ την κυματοσυνάρτηση (π.χ. μια ζωντανή γάτα και μια νεκρή γάτα) υπάρχουν αντικειμενικά, αλλά σε διαφορετικά σύμπαντα. Η Συνείδηση μας, υποτίθεται ότι διαιρείται σταθερά σε διαφορετικούς εαυτούς, που κατοικούν αυτούς τους πολλαπλασιαζόμενους, μη-επικοινωνούντες κόσμους.

Άλλοι θεωρητικοί υποθέτουν ότι, είναι η Συνείδηση που προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης και έτσι δημιουργεί την πραγματικότητα. Στην άποψη αυτή, ένα υποατομικό σωματίδιο δεν προσλαμβάνει συγκεκριμένες ιδιότητες όταν αλληλεπιδρά με μια συσκευή μέτρησης, αλλά μόνο όταν η ανάγνωση της συσκευής μέτρησης καταγράφεται στο μυαλό ενός παρατηρητή (το οποίο μπορεί φυσικά να συμβεί, πολύ μετά αφού έχει πραγματοποιηθεί η μέτρηση). Σύμφωνα με την πιο ακραία, ανθρωποκεντρική εκδοχή αυτής της θεωρίας, μόνο τα ενσυνείδητα όντα, όπως εμείς, μπορούν να προκαλούν την κατάρρευση μιας κυματοσυνάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι, όλο το σύμπαν πρέπει να υπήρχε πρωταρχικά σε λανθάνουσα κατάσταση σε μια υποθετική σφαίρα κβαντικών πιθανοτήτων, μέχρι που ενσυνείδητα όντα εξελίχθηκαν βαθμιαία και προκάλεσαν την κατάρρευση του εαυτού τους και του υπόλοιπου του τμήματος της πραγματικότητάς τους στον υλικό κόσμο και τα αντικείμενα παραμένουν σε μια κατάσταση πραγματικότητας, μόνο όσο παρατηρούνται απ’ τους ανθρώπους (Goswami, 1993). Παρ’ όλα αυτά, άλλοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι, μη ενσυνείδητες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων γατών και πιθανόν ακόμα και ηλεκτρονίων, μπορούν ίσως να προκαλέσουν την κατάρρευση των κυματοσυναρτήσεων τους (Herbert, 1993).

Η θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (ή κατάρρευση των ανυσμάτων κατάστασης, όπως αποκαλείται μερικές φορές), εγείρει το ερώτημα, πώς τα "κύματα πιθανότητας" που η κυματοσυνάρτηση θεωρείται ότι αναπαριστά, μπορούν να καταρρεύσουν σε ένα σωματίδιο, αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά αφηρημένα μαθηματικά δημιουργήματα. Αφού η ιδέα των πακέτων κυμάτων που απλώνονται και καταρρέουν δεν βασίζεται σε αυστηρά πειραματικά δεδομένα, αλλά μόνο σε ιδιαίτερες ερμηνείες της κυματοειδούς συνάρτησης, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια απ’ τις κύριες εναλλακτικές ερμηνείες, αυτή του David Bohm και των συνεργατών του, που παρέχει μια κατανοητή εκτίμηση του τι μπορεί να συμβαίνει στο κβαντικό επίπεδο.

Η ενυπάρχουσα τάξη

Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής φυσικής του Bohm, απορρίπτει την υπόθεση ότι η κυματοσυνάρτηση δίνει την πιο σωστή περιγραφή της δυνατής πραγματικότητας και έτσι αρνείται την ανάγκη να εισάγει μια άρρωστα-ορισμένη και μη ικανοποιητική έννοια της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (και όλων των παραδόξων που την συνοδεύουν). Αντίθετα υποθέτει την πραγματική ύπαρξη των σωματιδίων και των πεδίων: τα σωματίδια έχουν μια περίπλοκη εσωτερική δομή και συντροφεύονται πάντα από ένα κβαντικό κυματικό πεδίο· επηρεάζονται όχι μόνο από κλασικές ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, αλλά και από μια λεπτότερη δύναμη, το κβαντικό δυναμικό, που ορίζεται απ’ το κβαντικό τους πεδίο, το οποίο υπακούει στην εξίσωση Schrodinger (Bohm & Hiley, 1993, Bohm & Peat, 1989, Hiley & Peat, 1991).

Το κβαντικό δυναμικό μεταφέρει πληροφορίες απ’ όλο το περιβάλλον και παρέχει άμεσες, μη-τοπικές συνδέσεις μεταξύ κβαντικών συστημάτων. Κατευθύνει τα σωματίδια με τον ίδιο τρόπο που κατευθύνουν τα ραδιοφωνικά κύματα ένα πλοίο με αυτόματο πιλότο – όχι με την έντασή τους, αλλά με τη μορφή τους. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και περίπλοκο, ώστε οι σωματιδιακές τροχιές εμφανίζονται χαοτικές. Αντιστοιχούν σ’ αυτό που ο Bohm ονομάζει ενυπάρχουσα τάξη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, σαν ένας αχανής ωκεανός ενέργειας στον οποίο ο φυσικός ή αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ένας απλός κυματισμός. Ο Bohm δείχνει ότι η ύπαρξη μιας δεξαμενής ενέργειας αυτού του είδους αναγνωρίζεται, αλλά της δίνεται μικρή εκτίμηση, απ’ την κοινώς αποδεκτή κβαντική θεωρία, η οποία αξιώνει ένα καθολικό κβαντικό πεδίο – το κβαντικό κενό ή πεδίο μηδενικού σημείου – που αποτελεί τη βάση του υλικού κόσμου. Πολύ λίγα είναι σήμερα γνωστά για το κβαντικό κενό, αλλά η ενεργειακή του πυκνότητα εκτιμάται στο αστρονομικό 10108 J/cm3 (Forward, 1996, σελ. 328-37).

Στην συμπεριφορά της θεωρίας του για το κβαντικό πεδίο, ο Bohm προτείνει ότι, το κβαντικό πεδίο (η ενυπάρχουσα τάξη) υπόκειται στη διαμορφωτική και οργανωτική επιρροή ενός υπερ-κβαντικού δυναμικού, που εκφράζει τη δράση μιας υπερ-ενυπάρχουσας τάξης. Το υπερ-κβαντικό δυναμικό κάνει τα κύματα να συγκλίνουν ή να αποκλίνουν, παράγονταν ένα είδος συμπεριφοράς όμοιας με των σωματιδίων. Οι φαινομενικά διαφορετικές μορφές που βλέπουμε γύρω μας είναι συνεπώς μόνο σχετικά σταθερά και ανεξάρτητα μοτίβα, που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από μια ακατάπαυστη και βασική κίνηση τυλίγματος και ξετυλίγματος, με τα σωματίδια να διαλύονται σταθερά σε μια ενυπάρχουσα τάξη και μετά να κρυσταλλοποιούνται ξανά. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ακατάπαυστα και με μια εκπληκτική γρηγοράδα και δεν εξαρτάται από κάποια μέτρηση που γίνεται.

Στο μοντέλο του Bohm, ο κβαντικός κόσμος υπάρχει όταν δεν παρατηρείται και μετριέται. Απορρίπτει την θετικιστική άποψη, ότι κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να γίνει γνωστό με ακρίβεια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει. Με άλλα λόγια δεν συγχέει την επιστημολογία με την οντολογία, τον χάρτη με την περιοχή. Για τον Bohm, οι πιθανότητες που υπολογίζονται για την κυματοσυνάρτηση, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να βρίσκεται σε διαφορετικές θέσεις, άσχετα από το αν γίνεται μια μέτρηση, ενώ στην κοινά αποδεκτή ερμηνεία, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να δημιουργείται σε διαφορετικές θέσεις όταν γίνεται μια μέτρηση. Το σύμπαν αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα απ’ τις ακατάπαυστες αλληλεπιδράσεις του – απ’ τις οποίες η μέτρηση είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα – και γι’ αυτό δεν μπορούν να προκύπτουν παράλογες καταστάσεις, όπως νεκρο-ζωντανές γάτες.

Έτσι, αν και ο Bohm απορρίπτει την άποψη ότι η ανθρώπινη συνείδηση δημιουργεί τα κβαντικά συστήματα και δεν πιστεύει ότι οι διάνοιές μας έχουν φυσιολογικά σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα μιας μέτρησης (εκτός με την έννοια ότι επιλέγουμε τη διευθέτηση του πειράματος), η ερμηνεία του ανοίγει το δρόμο για τη λειτουργία βαθύτερων, λεπτότερων και περισσότερο νοητικών επιπέδων της πραγματικότητας.

Υποστηρίζει ότι η συνείδηση ριζώνει βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. Προτείνει, ότι ίσως υπάρχει μια άπειρη σειρά από ενυπάρχουσες τάξεις, με την καθεμιά να έχει ταυτόχρονα μια υλική πλευρά και μια συνειδησιακή πλευρά: "καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης απ’ όσα γνωρίζουμε" (Weber, 1990, σελ. 151). Η έννοια του ενυπάρχοντος πεδίου θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εκτεταμένη μορφή υλισμού, αλλά, λέει, "θα μπορούσε εξίσου να αποκαλείται ιδεαλισμός, πνεύμα, Συνείδηση. Ο διαχωρισμός των δύο – ύλης και πνεύματος – αποτελεί μία αφαίρεση. Το έδαφος είναι πάντα ένα." (Weber, 1990, σελ. 101)

Νους και ελεύθερη βούληση

human-consciousness Η κβαντική απροσδιοριστία είναι ξεκάθαρα ανοικτή σε ερμηνεία: είτε σημαίνει κρυμμένες (για μας) αιτίες, ή πλήρη απουσία αιτιών. Η θέση πως κάποια γεγονότα "μόλις συμβαίνουν" για κανένα λόγο δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, επειδή η ανικανότητά μας να αναγνωρίσουμε μια αιτία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει αιτία. Η έννοια της απόλυτης πιθανότητας συνεπάγεται ότι τα κβαντικά συστήματα μπορούν να δράσουν εντελώς αυθόρμητα, εντελώς απομονωμένα και ανεπηρέαστα από καθετί άλλο στο σύμπαν. Η αντίθετη άποψη είναι ότι, όλα τα συστήματα συμμετέχουν συνεχώς σε ένα περίπλοκο δίκτυο αιτιατών αλληλεπιδράσεων και διασυνδέσεων, σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Μεμονωμένα κβαντικά συστήματα συμπεριφέρονται σίγουρα απρόβλεπτα, αλλά παρ’ όλα αυτά αν δεν υπόκεινταν σε κάποιους αιτιατούς παράγοντες, θα ήταν δύσκολο να καταλάβουμε, γιατί η ομαδική τους συμπεριφορά παρουσιάζει στατιστικές κανονικότητες.

Η θέση ότι, καθετί έχει μια αιτία, ή μάλλον πολλές αιτίες, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι όλα τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των επιλογών μας, είναι αυστηρά προκαθορισμένα από καθαρά φυσικές διαδικασίες – μια άποψη που συχνά αποκαλείται "αυστηρή αιτιοκρατία" (Thornton, 1989). Η έλλειψη αιτιοκρατίας στο κβαντικό επίπεδο, παρέχει ένα άνοιγμα για δημιουργικότητα και ελεύθερη βούληση. Αλλά αν αυτή η έλλειψη αιτιοκρατίας ερμηνεύεται σαν απόλυτη πιθανότητα, θα σήμαινε ότι οι επιλογές και οι δράσεις μας απλά "ξεφυτρώνουν" με εντελώς τυχαίο και αυθαίρετο τρόπο, κατά την οποία περίπτωση μετα βίας θα αποκαλούνταν δικές μας αποφάσεις και έκφραση της δικιάς μας ελεύθερης βούλησης.

Εναλλακτικά, η έλλειψη κβαντικής αιτιοκρατίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν αιτιότητα από λεπτότερα, μη-φυσικά επίπεδα, έτσι ώστε οι πράξεις της ελεύθερης βούλησής μας έχουν αιτία – αλλά αυτή των αυτοσυνείδητων διανοιών μας. Απ’ αυτή την προοπτική – που μερικές αποκαλείται "ήπια αιτιοκρατία" – η ελεύθερη βούληση περιλαμβάνει την ενεργή, αυτό-συνείδητη αυτό-αιτιοκρατία.

Σύμφωνα με τον ορθόδοξο επιστημονικό υλισμό, οι διανοητικές καταστάσεις είναι πανομοιότυπες με τις καταστάσεις του εγκεφάλου· οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας και η αίσθηση του εαυτού μας, γεννιούνται από ηλεκτροχημική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Αυτό θα σήμαινε είτε ότι ένα μέρος του εγκεφάλου ενεργοποιεί ένα άλλο, το οποίο ενεργοποιεί μετά ένα άλλο κ.λπ. ή ότι μια ιδιαίτερη περιοχή του εγκεφάλου ενεργοποιείται αυτόματα, χωρίς κάποια αιτία και είναι δύσκολο να δούμε πώς καθεμία απ’ τις εναλλακτικές λύσεις θα παρείχε μια βάση για ένα συνειδητό εαυτό και μια ελεύθερη βούληση. Ο Francis Crick (1994), για παράδειγμα, που πιστεύει ότι η συνείδηση είναι βασικά ένα πακέτο νεύρων, λέει ότι η κύρια έδρα της ελεύθερης βούλησης είναι πιθανόν μέσα ή κοντά σε ένα κομμάτι του εγκεφαλικού φλοιού γνωστό σαν anterior cingulate sulcus, αλλά υπαινίσσεται ότι η αίσθηση της ελευθερίας μας είναι σε μεγάλο μέρος, αν όχι ολοκληρωτικά, μια παραίσθηση.

Εκείνοι που μειώνουν τη συνείδηση σε ένα υποπροϊόν του εγκεφάλου διαφωνούν για τη σπουδαιότητα των κβαντο-μηχανικών απόψεων των νευρωνικών δικτύων: για παράδειγμα, ο Francis Crick, ο αείμνηστος Roger Sperry (1994), και ο Daniel Dennett (1991), τείνουν να αγνοήσουν την κβαντική φυσική, ενώ ο Stuart Hameroff (1994) πιστεύει ότι η συνείδηση προέρχεται από κβαντική συνοχή στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους νευρώνες του εγκεφάλου. Μερικοί ερευνητές βλέπουν μια σχέση μεταξύ της συνείδησης και του κβαντικού κενού: για παράδειγμα, ο Charles Laughlin (1996) υποστηρίζει ότι οι νευρωνικές δομές που μεσολαβούν για την συνείδηση ίσως να αλληλεπιδρούν μη-τοπικά με το κενό (ή κβαντική θάλασσα), ενώ ο Edgar Mitchell (1996) πιστεύει ότι, τόσο η ύλη όσο και η συνείδηση απορρέουν απ’ το ενεργειακό δυναμικό του κενού.

Ο Νευροεπιστήμονας Sir John Eccles απορρίπτει την υλιστική άποψη σαν "πρόληψη" και υποστηρίζει τη δυαδική διαδραστικότητα: υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος μαζί με τον υλικό κόσμο, και ότι ο νους μας ή ο εαυτός μας ενεργεί στον εγκέφαλο (ειδικά η συμπληρωματική κινητήρια περιοχή του νευροφλοιού) στο κβαντικό επίπεδο, αυξάνοντας την πιθανότητα της πυροδότησης επιλεγμένων νευρώνων (Eccles, 1994, Giroldini, 1991). Υποστηρίζει ότι ο νους όχι μόνο δεν είναι φυσικός, αλλά απολύτως μη υλικός και μη στερεός. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν σχετίζονταν με κάποιο είδος ενέργειας-ουσίας, θα ήταν μια φτωχή αφαίρεση και γι’ αυτό ανήμπορος να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στο φυσικό κόσμο. Αυτή η αντίρρηση, εφαρμόζεται επίσης σε αυτούς που είναι αντίθετοι στην ελάττωση, οι οποίοι κρατιούνται μακριά από τη λέξη "δυαδικός" και περιγράφουν την ύλη και τη συνείδηση σαν συμπληρωματικές ή δυαδικές όψεις της πραγματικότητας, και ακόμα αρνούνται στη συνείδηση κάθε ενεργητική και πραγματική φύση, υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι κατ’ ουσία διαφορετική απ’ την ύλη και στην πράξη μια απλή αφαίρεση.

Μια εναλλακτική τοποθέτηση είναι αυτή που αντηχεί σε πολλές μυστικιστικές και πνευματικές παραδόσεις: αυτή η φυσική ύλη είναι μόνο μια "οκτάβα" σε ένα άπειρο φάσμα ύλης-ενέργειας ή συνείδησης-ουσίας και όπως ο φυσικός κόσμος οργανώνεται και συντονίζεται κατά μεγάλο μέρος από εσωτερικούς κόσμους (αστρικό, νοητικό και πνευματικό), έτσι το φυσικό σώμα ενεργοποιείται και ελέγχεται κατά μεγάλο μέρος από λεπτότερα σώματα ή ενεργειακά πεδία, συμπεριλαμβανομένου ενός αστρικού σώματος-ομοιώματος και ενός νου ή ψυχής (βλ. Purucker, 1973). Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η φύση γενικά, και όλες οι οντότητες που την αποτελούν, σχηματίζονται και οργανώνονται κυρίως από μέσα προς τα έξω, από βαθύτερα επίπεδα της δομής τους. Αυτός ο εσωτερικός προσανατολισμός είναι κάποτε αυτόματος και παθητικός, κάνοντας να εμφανίζονται οι αυτόματες σωματικές λειτουργίες μας και η συνήθης και ενστικτώδης συμπεριφορά και τακτικά, οι νομιμοφανείς λειτουργίες της φύσης γενικά, και κάποτε είναι ενεργός και αυτοσυνείδητος, όπως στις σκόπιμες και βουλητικές πράξεις μας. Ένα φυσικό σύστημα που υπόκειται σε τέτοιες λεπτότερες επιρροές δεν δέχεται τόσο επιδράσεις από έξω, όσο κατευθύνεται από μέσα. Εκτός του ότι επηρεάζουν τους εγκεφάλους και τα σώματά μας, οι διάνοιές μας φαίνεται επίσης ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλες διάνοιες και σώματα και άλλα φυσικά αντικείμενα σε απόσταση, όπως φαίνεται στα παραφυσικά φαινόμενα.

EPR και ESP

Ήταν ο David Bohm και ένας απ’ τους υποστηρικτές του, ο John Bell απ’ το CERN, που έθεσαν το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού υπόβαθρου για τα πειράματα ERP που πραγματοποιήθηκαν απ’ τον Alain Aspect το 1982 (το πρώτο πείραμα-σκέψης προτάθηκε απ’ τους Einstein, Podolsky, και Rosen το 1935). Αυτά τα πειράματα έδειξαν ότι, αν δύο κβαντικά συστήματα αλληλεπιδράσουν και κατόπιν διαχωριστούν, η συμπεριφορά τους, συσχετίζεται με ένα τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους σημάτων που ταξιδεύουν ανάμεσά τους με την ταχύτητα του φωτός ή χαμηλότερη.* Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως μη τοπικότητα και δέχεται δύο βασικές ερμηνείες: είτε συνεπάγεται άμεση, ακαριαία δράση από απόσταση, ή συνεπάγεται μεταβίβαση σημάτων ταχύτερη του φωτός.

* Τα πειραματικά αποτελέσματα δεν είναι τόσο σαφή όσο παρουσιάζονται προς τα έξω και εφαρμόζονται ρυθμίσεις με μεγάλη ασάφεια δεδομένων.

Αν οι μη-τοπικοί συσχετισμοί είναι απόλυτα ακαριαίοι, θα ήταν ουσιαστικά μη αιτιατοί· αν δύο γεγονότα συμβαίνουν εντελώς ταυτόχρονα, "αιτία" και "αποτέλεσμα" θα ήταν δυσδιάκριτα, και δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το ένα απ’ τα γεγονότα προκαλεί το άλλο μέσω μεταφοράς δύναμης ή ενέργειας, επειδή καμιά τέτοια μετάδοση δεν θα μπορούσε να γίνει απείρως γρήγορα. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει αιτιατός μηχανισμός μετάδοσης που να εξηγείται, και οι όποιες έρευνες θα περιορίζονταν στις συνθήκες που επιτρέπουν να συμβαίνουν γεγονότα συσχέτισης σε διαφορετικά μέρη.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το φως και άλλα είδη ηλεκτρομαγνητισμού θεωρήθηκαν επίσης κάποτε ότι διαδίδονταν ακαριαία, έως ότου τα δεδομένα της παρατήρησης απέδειξαν το διαφορετικό. Είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί η υπόθεση ότι, οι μη-τοπικές συνδέσεις είναι απόλυτα ακαριαίες, καθώς θα χρειάζονταν δύο τέλεια συγχρονισμένες μετρήσεις, οι οποίες θα απαιτούσαν άπειρη ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, καθώς έδειξαν ο David Bohm και ο Basil Hiley (1993, σελ. 293-4, 347), αυτό θα μπορούσε να είναι πειραματικά πλαστογραφημένο. Επειδή, αν οι μη-τοπικές συνδέσεις δεν διαδίδονται με άπειρες ταχύτητες, αλλά με την ταχύτητα του φωτός ή μεγαλύτερες μέσω ενός "κβαντικού αιθέρα" – ένα υποκβαντικό πεδίο όπου η σύγχρονη κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας θα κατέρρεαν – τότε οι συσχετίσεις που προβλέπονται απ’ την κβαντική θεωρία θα εξαφανίζονταν, αν οι μετρήσεις γίνονταν σε περιόδους μικρότερες απ’ αυτές που απαιτούνται για τη μετάδοση των κβαντικών συνδέσεων μεταξύ των σωματιδίων. Τέτοια πειράματα είναι πέρα απ’ τις δυνατότητες της παρούσας τεχνολογίας, αλλά ίσως να είναι δυνατά στο μέλλον. Αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις υπεράνω του φωτός, θα ήταν "μη-τοπικές" μόνο με τη λογική του μη-φυσικού.

Η μη-τοπικότητα έχει επικαλεστεί σαν εξήγηση για την τηλεπάθεια και τη διόραση, αν και μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι ίσως να περιλαμβάνει ένα βαθύτερο επίπεδο μη-τοπικότητας ή αυτό που ο Bohm ονομάζει "υπερ – μη-τοπικότητα" (ίσως όμοια με τον "μορφικό συντονισμό" ("morphic resonance") του Sheldrake). Όπως ήδη έχει δειχθεί, αν η μη-τοπικότητα ερμηνεύεται ως ικανότητα ακαριαίας σύνδεσης, θα συνεπάγονταν ότι οι πληροφορίες θα "λαμβάνονταν" σε απόσταση, ακριβώς την ίδια στιγμή που γεννιούνται, δίχως να υφίστανται κάποιο είδος μετάδοσης. Κυρίως, κάποιος θα προσπαθούσε τότε να καταλάβει τις συνθήκες που επιτρέπουν την άμεση εμφάνιση της πληροφορίας.

Η εναλλακτική θέση είναι ότι η πληροφορία – που είναι βασικά ένας τύπος ενέργειας – χρειάζεται πάντα κάποιο χρόνο για να ταξιδέψει από την πηγή σε κάποιο άλλο τόπο, ότι η πληροφορία αποθηκεύεται σε κάποιο παραφυσικό επίπεδο και ότι, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή την πληροφορία ή να ανταλλάξουμε πληροφορίες με άλλες διάνοιες, αν υπάρχουν οι απαραίτητες συνθήκες της "συμπαθητικού συντονισμού". Όπως και με το EPR, η υπόθεση ότι η τηλεπάθεια είναι απόλυτα ακαριαία είναι αναπόδεικτη, αλλά ίσως θα ήταν δυνατό να επινοήσουμε πειράματα που θα μπορούσαν να το ανασκευάσουν. Επειδή, αν τα φαινόμενα ESP περιλαμβάνουν λεπτότερους τύπους ενέργειας που ταξιδεύει με πεπερασμένες αλλά κάτω του φωτός ταχύτητες διαμέσου υπερφυσικών σφαιρών, ίσως είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε μια καθυστέρηση μεταξύ της μετάδοσης και της λήψης και επίσης κάποια εξασθένιση της επίδρασης από πολύ μακρινές αποστάσεις, αν και ήδη αποτελεί στοιχείο ότι κάθε εξασθένιση πρέπει να δοκιμαστεί πολύ λιγότερο απ’ την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, η οποία υπόκειται στον νόμο του αντίστροφου-τετραγώνου.

Όσο για την πρόγνωση, την τρίτη κατηγορία του ESP, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, περιλαμβάνει άμεση, "μη-τοπική" πρόσβαση στο πραγματικό μέλλον. Εναλλακτικά, ίσως να περιλαμβάνει την διορατική αντίληψη ενός πιθανού μελλοντικού σεναρίου, που ξεκινάει να παίρνει μορφή με βάση τις τωρινές τάσεις και προθέσεις, σε συμφωνία με την παραδοσιακή ιδέα ότι τα επερχόμενα γεγονότα ρίχνουν τη σκιά τους πριν απ’ αυτά. Ο Bohm λέει ότι, τέτοια προσκίαση συμβαίνει "βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη" (Talbot, 1992, σελ. 212) – την οποία κάποιες μυστικιστικές παραδόσεις αποκαλούν αστρικές ή ακασικές σφαίρες.

Ψυχοκίνηση και ο αόρατος κόσμος

Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την επιρροή της συνείδησης στα ατομικά σωματίδια. Σε κάποια πειράματα μικρο-ψυχοκίνησης που διεξήχθησαν από τον Helmut Schmidt, ομάδες αντικειμένων μπορούσαν τυπικά να αλλάξουν τις πιθανότητες των κβαντικών γεγονότων από 50% σε 51% και μερικά άτομα κατάφεραν πάνω από 54% (Broughton, 1991, σελ. 177). Πειράματα στο εργαστήριο PEAR στο Πανεπιστήμιο του Princeton απέφεραν μικρότερες μετακινήσεις ενός δεκάκις χιλιοστού (Jahn & Dunne, 1987). Μερικοί ερευνητές έχουν επικαλεστεί τη θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης εξαιτίας της συνείδησης, για να εξηγήσουν τέτοια αποτελέσματα. Υποστηρίζεται ότι, στην μικρο-ψυχοκίνηση, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, το παρατηρούμενο αντικείμενο βοηθάει να καθορίσουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης, ίσως με κάποιο τύπο της πληροφοριακής διαδικασίας. (Broughton, 1991, σελ. 177-81). Ο Eccles ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση για να εξηγήσει πώς οι διάνοιές μας ενεργούν πάνω στους εγκεφάλους μας. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της κατάρρευσης της κυματοειδούς συνάρτησης δεν είναι απαραίτητη για να εξηγήσουμε την αλληλεπίδραση πνεύματος-ύλης. Θα μπορούσε ισοδύναμα να υιοθετήσουμε την άποψη ότι, τα υποατομικά σωματίδια πηγαινοέρχονται συνέχεια μέσα και έξω από την φυσική ύπαρξη και ότι, το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι μετατρέψιμο από τη βούλησή μας – μια φυσική δύναμη.

Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την κίνηση σταθερών, φυσιολογικά αμετακίνητων αντικειμένων με νοητική προσπάθεια. Σχετικά φαινόμενα περιλαμβάνουν την κίνηση poltergeist, τις υλοποιήσεις και αποϋλοποιήσεις, την τηλεμεταφορά και την αιώρηση. Αν και έχει συλλεχθεί απ’ τους ερευνητές εντυπωσιακός όγκος μαρτυριών τέτοιων φαινομένων τα τελευταία 150 χρόνια (Inglis, 1984, 1992· Milton, 1994), η μικρο-ψυχοκίνηση είναι ένα θέμα ταμπού και προκαλεί μικρό ενδιαφέρον, παρ’ όλο το δυναμικό του για να ανατρέψει το σύγχρονο υλιστικό παράδειγμα και να προκαλέσει επανάσταση στην επιστήμη – ή ίσως αυτή να είναι η αιτία. Τέτοια φαινόμενα περιλαμβάνουν καθαρά πολλά περισσότερα από την μεταβολή της πιθανολογικής συμπεριφοράς των ατομικών σωματιδίων και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένδειξη δυνάμεων, καταστάσεων της ύλης και μη-φυσικών ζώντων οντοτήτων, ακόμα άγνωστων στην επιστήμη. Μια ακόμα ένδειξη θα παρείχε διαβεβαίωση ότι αυτά τα πράγματα υπάρχουν· το ότι μέσα στην ενότητα της φύσης που περικλείει τα πάντα, υπάρχει ατέλειωτη ανομοιότητα.

Η πιθανή ύπαρξη λεπτότερων πεδίων που αλληλοδιαπερνούν το φυσικό πεδίο εν πάσει περιπτώσει ανοικτή σε έρευνα (βλ. Tiller, 1993) και αυτό είναι κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μπορεί να ειπωθεί για τις υποθετικές πρόσθετες διαστάσεις που απαιτεί η θεωρία των υπερχορδών, οι οποίες λέγεται ότι περιπλέκονται σε μια περιοχή δισεκατομμυριοστού-τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του εκατοστού και γι’ αυτό είναι εντελώς απλησίαστες ή των υποθετικών "συμπάντων-μωρών" και των "συμπάντων-φυσαλίδων" που απαιτούν κάποιοι κοσμολόγοι, τα οποία λέγεται ότι υπάρχουν σε κάποια εξίσου απροσπέλαστη "διάσταση".

Η υπόθεση των υπερφυσικών κόσμων δεν φαίνεται να ευνοείται από πολλούς ερευνητές. Ο Edgar Mitchell (1996), για παράδειγμα, πιστεύει ότι όλα τα φυσικά φαινόμενα περιλαμβάνουν μη-τοπικό συντονισμό ανάμεσα στον εγκέφαλο και το κβαντωμένο κενό και επακόλουθη πρόσβαση σε ολογραφικές, μη-τοπικές πληροφορίες. Κατά την άποψή του, αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο την ψυχοκίνηση και το ESP, αλλά επίσης τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες κοντά στο θάνατο, τα οράματα και τα φαντάσματα και στοιχεία που παραθέτονται συνήθως υπέρ της μετενσάρκωσης της ψυχής. Παραδέχεται ότι αυτή θεωρία είναι υποθετική, ανεπιβεβαίωτη και ίσως απαιτεί μια νέα φυσική.

Περαιτέρω πειραματικές μελέτες φαινομένων που σχετίζονται με τη συνείδηση, φυσικών και παραφυσικών, θα επέτρεπαν να δοκιμαστούν με πιθανότητες επιτυχίας τα υπέρ και τα κατά των διάφορων συγκρουόμενων θεωριών. Τέτοιες έρευνες θα μπορούσαν να βαθύνουν τη γνώση μας των λειτουργιών τόσο του κβαντικού κόσμου όσο και των διανοιών μας και της σχέσης ανάμεσά τους και να αποκαλύψουν αν το κβαντικό κενό είναι πραγματικά το κατώτερο σημείο της ύπαρξης ή αν υπάρχουν βαθύτεροι κόσμοι στη φύση που αναμένουν να εξερευνηθούν.

Γραμμένο το 1997 από τον David Pratt και αναδημοσιεύεται από την ιστοσελίδα www.esoterica.gr

Παραπομπές

Bohm, D. (1984). Causality and Chance in Modern Physics. London: Routledge & Kegan Paul. First published in 1957.
Bohm, D. & Hiley, B.J. (1993). The Undivided Universe: An ontological interpretation of quantum theory. London and New York: Routledge.
Bohm, D. & Peat, F.D. (1989). Science, Order & Creativity. London: Routledge.
Broughton, R.S. (1991). Parapsychology: The Controversial Science. New York: Ballantine Books.
Crick, F. (1994). The Astonishing Hypothesis: The Scientific Search for the Soul. London: Simon & Schuster.
Dennett, D.C. (1991). Consciousness Explained. London: Allen Lane/Penguin.
Eccles, J.C. (1994). How the Self Controls Its Brain. Berlin: Springer-Verlag.
Forward, R.L. (1996). Mass Modification Experiment Definition Study, Journal of Scientific Exploration, 10:3, 325.
Giroldini, W. (1991). Eccles’s Model of Mind-Brain Interaction and Psychokinesis: A Preliminary Study, Journal of Scientific Exploration, 5:2, pp. 145-61.
Goswami, A. with Reed, R.E. & Goswami, M. (1993). The Self-Aware Universe: How consciousness creates the material world. New York: Tarcher/Putnam.
Hameroff, S.R. (1994). Quantum coherence in microtubules: A neural basis for emergent consciousness? Journal of Consciousness Studies, 1:1, 91.
Herbert, N. (1993). Elemental Mind: Human Consciousness and the New Physics. New York: Dutton.
Hiley, B.J. & Peat, F.D. (eds.) (1991). Quantum Implications: Essays in honour of David Bohm. London and New York: Routledge.
Inglis, B. (1984). Science and Parascience: A history of the paranormal, 1914-1939. London: Hodder and Stoughton.
Inglis, B. (1992). Natural and Supernatural: A History of the Paranormal from the Earliest Times to 1914. Bridport/Lindfield: Prism/Unity. First published in 1977.
Jahn, R.G. & Dunne, B.J. (1987). Margins of Reality: The Role of Consciousness in the Physical World. New York: Harcourt Brace.
Laughlin, C.D. (1996). Archetypes, Neurognosis and the Quantum Sea. Journal of Scientific Exploration, 10:3, 375.
Milton, R. (1994). Forbidden Science: Suppressed research that could change our lives. London: Fourth Estate.
Mitchell, E. with Williams, D. (1996). The Way of the Explorer: An Apollo Astronaut’s Journey Through the Material and Mystical Worlds. New York: Putnam.
Pagels, H.R. (1983). The Cosmic Code: Quantum Physics as the Language of Nature. New York: Bantam.
Purucker, G. de (1973). The Esoteric Tradition. Pasadena, California: Theosophical University Press. 2nd ed. first published in 1940.
Sheldrake, R. (1989). The Presence of the Past: Morphic Resonance and the Habits of Nature. New York: Vintage.
Sperry, R.W. (1994). Holding Course Amid Shifting Paradigms. In New Metaphysical Foundations of Modern Science, edited by W. Harman with J. Clark. Sausalito, California: Institute of Noetic Sciences.
Talbot, M. (1992). The Holographic Universe. New York: HarperPerennial.
Thornton, M. (1989). Do we have free will? Bristol: Bristol Classical Press.
Tiller, W.A. (1993). What Are Subtle Energies? Journal of Scientific Exploration, 7:3, 293.
Weber, R. (1990). Dialogues with Scientists and Sages: The Search for Unity. London: Arkana.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Barclay James Harvest - Galadriel



She comes up with the morning sun
And tells me life has just begun
Oh, what it is to be young
And in the early evening light
She brings me flowers from the sun
Oh what it is to be young

And if you see her you will know
She's like a shadow
Falling softly on the snow

And in the early evening light
She brings me flowers for the night

Oh what it is to be young

And if you see her you will know
She's like a shadow
Falling softly on the snow

And in the early evening light
She brings me flowers for the night
Oh what it is to be young

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Γιασμίνα Ρεζά Το έργο της ζωής της

Μιλήσατε για πεπρωμένο και για συμπτώσεις. Τι σχέση υπάρχει κατά τη γνώμη σας ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες;
«Πρόκειται για έναν αρκετά λεπτό συνδυασμό, η σημασία του οποίου πάνω στο καθετί που μας συμβαίνει είναι δύσκολο να μετρηθεί. Πιστεύω ότι το πεπρωμένο αποτελείται από μια σειρά τυχαίων γεγονότων, από μία σειρά συμπτώσεων που καθοδηγούνται, όμως, από τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά μας. Οσο για το ζήτημα του προκαθορισμένου στη ζωή, πιστεύω ότι τα άστρα μπορεί να δίνουν κάποιες κατευθύνσεις, αλλά δεν προκαθορίζουν τη ζωή μας. Η ζωή μας μπορεί να επηρεάζεται από μια διαδοχή συγκυριών που σου δείχνουν έναν δρόμο, αλλά η προσωπικότητά μας είναι στην ουσία εκείνη που καθοδηγεί και επικυρώνει ό,τι μας συμβαίνει. Αν, για παράδειγμα, δεν είχα περιμένει μερικά χρόνια χρόνια προτού ανεβάσω το “Συζητήσεις μετά από μια κηδεία”, έχοντας απορρίψει τέσσερις ή πέντε σοβαρές προτάσεις, τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Οπότε, θεωρώ ότι μάλλον εγώ επηρέασα τις καταστάσεις, παρά η τύχη».

Ενα από τα βασικά στοιχεία της δραματουργίας σας είναι η εστίαση σε μια ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινότητας, σε μια ρωγμή που καταβροχθίζει την πραγματικότητα και πλημμυρίζει όλη τη σκηνή.
«Μου αρέσει να πηγαίνω από το πιο μικρό στο πιο μεγάλο, διότι πιστεύω ότι η μεταφυσική του ανθρώπου δεν κρύβεται στις μεγάλες ηρωικές στιγμές. Η απόγνωση του ανθρώπου και τα μυστικά του κρύβονται στις αόρατες λεπτομέρειες, σε αυτές τις μόνιμες και ανεπαίσθητες χαραμάδες της καθημερινότητας. Μόνο ο συγγραφέας, και ίσως ο ψυχαναλυτής, μπορεί να τα φέρει όλα αυτά στο φως – σίγουρα όχι οι εφημερίδες. Είναι ο ρόλος του συγγραφέα – τουλάχιστον θεωρώ ότι είναι ο δικός μου ρόλος – να φωτίζει τη μικροσκοπική ρωγμή που γίνεται τεράστια, αν κάποιος βάλει επάνω της το δάχτυλό του. Είναι σαν μια μικρή τρύπα σε ένα πουλόβερ. Αν τραβήξεις την κλωστή, διαλύεται. Οπως ξέρετε, η τέχνη μπορεί να δημιουργήσει παράλληλους κόσμους που μερικές φορές είναι πιο ισχυροί από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα μπορεί κάποτε να είναι βαρετή, διότι είναι φορτωμένη με τόσο πολλές λεπτομέρειες, που το μάτι δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι χρήσιμο και τι όχι. Ο καλλιτέχνης, όμως, απομονώνει κάτι που υπάρχει στην ατμόσφαιρα και δεν μπορεί να το συλλάβει το κοινό μάτι. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο της τέχνης. Και η λογοτεχνία είναι κάτι ακόμη πιο ξεχωριστό, διότι ωθείται από την ανάγκη να πλάθει φανταστικά πρόσωπα και παράλληλες ζωές, σαν να μην αρκούν οι υπάρχουσες. Η ανάγκη αυτή είναι κάτι ανεξήγητο».

Αυτό που συνδέει και ταυτόχρονα διαχωρίζει την αισθητή πραγματικότητα από τη φανταστική είναι η διάσταση του χρόνου;
«Ακριβώς. Οι ιστορίες μυθοπλασίας δεν είναι εξ ορισμού πιο ενδιαφέρουσες από τις ιστορίες της καθημερινής ζωής. Αυτό που τις καθιστά πιο ενδιαφέρουσες είναι ότι εγγράφουν τον άνθρωπο σε μια διαφορετική χρονικότητα. Για παράδειγμα, το έργο μου “Ο Θεός της σφαγής” είναι γραμμένο σε πραγματικό χρόνο, πράγμα σπάνιο στο θέατρο, όπου υπάρχουν πάντα παύσεις μέσα από τις οποίες περνάμε από τη μία πράξη στην άλλη, από τη μία ημέρα στην άλλη. Στο έργο αυτό, όμως, η ενότητα τόπου, χρόνου και δράσης είναι απόλυτη. Ολα συμβαίνουν μέσα σε μιάμιση ώρα, χωρίς κενά, χωρίς “πέντε λεπτά αργότερα”, για να προσδώσουν στην κατάσταση αμεσότητα και ακρίβεια. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια μέγιστη χρονική συμπύκνωση.

Στην πραγματική ζωή, τα πράγματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκτυλιχθούν έτσι μέσα σε ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ανάμεσα σε δύο γονείς που συναντιούνται, επειδή ο γιος του ενός έσπασε το δόντι του γιου του άλλου, και οι οποίοι στην αρχή μιλάνε πολύ ευγενικά και πολιτισμένα για να καταλήξουν σε... σφαγή. Το έργο αυτό είχε παντού τεράστια επιτυχία, ακριβώς επειδή δείχνει καταστάσεις και ανθρώπους απόλυτα αναγνωρίσιμους, αλλά σε χρόνο αλληγορικό. Και αυτό πιστεύω ότι είναι το μεγάλο στοίχημα της μυθοπλασίας. Η μεγάλη δυστυχία του ανθρώπου είναι η αδυναμία του να κυριαρχήσει στον χρόνο. Πόσες φορές δεν σκεφτόμαστε ότι θέλουμε να τον σταματήσουμε ή να τον επιταχύνουμε, αλλά είμαστε εντελώς ανήμποροι να κάνουμε οτιδήποτε; Στην περιπέτεια αυτή είμαστε εντελώς άοπλοι και ανίσχυροι. Οταν, λοιπόν, πλάθουμε ένα πρόσωπο, είναι σαν να ασκούμε εξουσία στον χρόνο, με απώτερο σκοπό να συλλάβουμε και να αποκρυσταλλώσουμε το παρόν, το οποίο στην πραγματική ζωή είναι αδύνατον να βιωθεί, αφού τη στιγμή που το ζούμε ήδη ανήκει στο παρελθόν».

Αυτή η αδυναμία του ανθρώπου εξηγεί την ανάγκη του για την τέχνη και την ανωτερότητα του καλλιτέχνη σε σχέση με την πραγματικότητα;
«Οχι, δεν πιστεύω καθόλου στην ανωτερότητά του. Συχνά, μάλιστα, οι καλλιτέχνες έχουν λιγότερη ευαισθησία από τους άλλους ανθρώπους. Απλώς έχουν την ικανότητα να εκφράζονται μέσα από την τέχνη, επειδή έτσι είναι ο χαρακτήρας τους και επειδή δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Αυτό που έχουν μέσα τους πρέπει να βγει, να εκφραστεί, να υπάρξει. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υποφέρουν λιγότερο. Δεν σημαίνει ότι είναι πιο έξυπνοι, πιο διορατικοί ή ότι ξέρουν να ζουν καλύτερα. Θυμάμαι, όταν είχα γράψει την “Τέχνη”, όλοι μου έλεγαν: “Πρέπει να γνωρίζετε τους άνδρες πολύ καλά για να περιγράψετε την ανδρική ψυχολογία με τόση ακρίβεια”. Μα, το αν γνωρίζω τους άνδρες καλά ή όχι δεν έχει καμία σημασία! Είναι απλώς ζήτημα ακοής. Τους ακούω και τους αναπλάθω. Το θεωρώ αστείο να ζητάει κανείς από έναν καλλιτέχνη να διατυπώσει την άποψή του για ένα ζήτημα. Γιατί θα έπρεπε ο καλλιτέχνης να έχει άποψη;».

Δεν είναι δυνατόν να μην έχει κάποια άποψη...
«Σίγουρα, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ζητάμε από τους καλλιτέχνες να είναι διορατικοί όσον αφορά την πολιτική, την κοινωνία ή οποιοδήποτε άλλο θέμα. Τους ζητάμε να μας δώσουν κλειδιά για τον τρόπο λειτουργίας της ζωής, να έχουν έναν τρόπο σκέψης ανώτερο του μέσου όρου, να γνωρίζουν τα πράγματα καλύτερα. Οχι! Δεν είμαστε πιο διορατικοί. Εγώ τουλάχιστον δεν είμαι. Και, κατά τη γνώμη μου, κανένας συγγραφέας δεν είναι. Ο συγγραφέας είναι απλώς πιο “πορώδης”. Ξέρει να διηγείται, ξέρει να περιγράφει. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί. Δεν σημαίνει, όμως, ότι είναι και σοφός. Οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να καταγράψουν και να αποδώσουν τη σοφία, αλλά και την κακή πίστη, την αδικία ή την τρέλα του ανθρώπου. Μπορούν να δώσουν φωνή σε έναν τρελό, σε έναν δολοφόνο, σε έναν άνθρωπο εντελώς ανόητο ή σε μια μεγαλοφυΐα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε κάτι από όλα αυτά! Μπορούμε να γίνουμε κάτι από όλα αυτά στιγμιαία και μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο αυτού που κάνουμε. Αυτό, όμως, δεν μας καθιστά παντογνώστες. Δείχνουμε απλώς αυτά που εντοπίσαμε. Ξέρουμε ότι υπάρχουν. Και έπειτα έχουμε την αίσθηση του ρυθμού. Είμαστε καλοί μουσικοί. Καλοί μουσικοί της ζωής».

Ποια είναι τα έργα σε παγκόσμιο επίπεδο που αποτέλεσαν αποκαλύψεις για σας;
«Πρώτα απ’ όλα θα έλεγα τον “Ντον Τζιοβάνι” του Μότσαρτ. Το λιμπρέτο του Ντα Πόντε (σ.σ.: λιμπρετίστας του Μότσαρτ) είναι πραγματικά μεγαλοφυές, πολύ ανώτερο για μένα από το κείμενο του Μολιέρου ή του Τίρσο ντε Μολίνα πάνω στο ίδιο θέμα. Νομίζω ότι ο Ντα Πόντε συνέλαβε το νόημα του μύθου καλύτερα από κάθε άλλον. Επιπλέον, πέτυχε να συνδυάσει με τρόπο εκπληκτικό το τραγικό με το κωμικό στοιχείο. Πρόκειται για συνδυασμό που μόνο οι πολύ μεγάλοι δραματουργοί μπορούν να πετύχουν, όπως ο Σαίξπηρ ή ο Τσέχοφ. Και έπειτα, μουσικά, με τον “Ντον Τζιοβάνι” ο Μότσαρτ δημιουργεί ένα από τα πιο δυνατά έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, το αριστούργημα των αριστουργημάτων. Από λογοτεχνία, θα έλεγα τον “Μάκβεθ” του Σαίξπηρ για τους ίδιους λόγους. Πιστεύω ότι η τραγωδία εμπλουτίζεται όταν συνδυάζεται με την κωμωδία, διότι η ίδια η ζωή δεν είναι ποτέ μόνο το ένα ή μόνο το άλλο. Στα αισθητικά σοκ, θα κατέτασσα επίσης τον Τσέχοφ και τον Μπόρχες. Μιλώντας για τον Μπόρχες, το μυαλό μου πηγαίνει σε έναν ποιητή, συμπατριώτη σας, που αγαπώ ιδιαίτερα, τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Τον θαυμάζω για πολλούς λόγους, αλλά ιδιαίτερα για τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει στην ποίησή του την Ιστορία στη μυθική της διάσταση. Καταφέρνει μυστηριωδώς και με μέγιστη συγκινησιακή δύναμη να συνδυάσει το μεγαλείο του μύθου με τη σύγχρονη ευαισθησία του ήρωα. Θεμέλιο, επίσης, του ανθρώπινου πνεύματος θεωρώ τη μεγαλοφυΐα του Σοφοκλή. Για παρόμοιους λόγους με τον Καβάφη. Και οι δύο τοποθετούν τον άνθρωπο μέσα στην τραγική ελευθερία του, πάντα όμως κάτω από τον ουρανό τον θεών. Εγώ δεν θα μπορούσα – ή δεν θα τολμούσα – να χρησιμοποιήσω τον μύθο στα δικά μου έργα. Ο μύθος, όμως, απροσπέλαστος και θελκτικός, υπεισέρχεται χωρίς να το ξέρουμε στις αποφάσεις του συγγραφέα».

Ο μύθος είναι εξάλλου μια πόρτα προς το «αλλού», που φαίνεται να είναι το αντικείμενο της αναζήτησής σας σε καθένα από τα έργα σας. Πρόκειται για την αναζήτηση μιας ουτοπίας;
«Είναι θαυμάσια η ρίζα της λέξης “ουτοπία”. Ναι, με τη γραφή αναζητώ μια άπιαστη αλήθεια που ίσως δεν υπάρχει. Και αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον για μένα, διότι ποτέ δεν επεδίωξα να γίνω συγγραφέας. Το ξέρω ότι μια μέρα θα πεθάνω, όπως όλοι μας, και αν το έργο μου μείνει έστω και για λίγο, θα είμαι ευχαριστημένη που τα παιδιά μου θα είναι περήφανα για τη μητέρα τους. Για τα υπόλοιπα αδιαφορώ πραγματικά. Ετσι κι αλλιώς, δεν θα υπάρχω. Το να μείνει το έργο μου, όπως το έργο του Σαίξπηρ ή του Τσέχοφ, είναι μια σκέψη που δεν μου περνάει καν από το μυαλό. Δεν έγραψα για να αφήσω ίχνη. Πότε δεν σκέφτηκα ότι αυτό που έκανα θα ήταν ενδιαφέρον για τους μεταγενέστερους. Η γραφή ήταν για μένα ένα κάλεσμα βοήθειας, μια κραυγή: “Με ακούει κανείς;”. Εδώ και τώρα, όμως, όχι σε μια άλλη ζωή. Αλλά κανείς δεν είναι εκεί για να μας ακούσει ή, ακόμη και αν μας ακούει, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Μέσα από το γράψιμο αναζητάμε κάτι μυστηριώδες, κάτι που θέλουμε να συμβεί, αλλά δεν συμβαίνει. Αλλά δεν πειράζει. Εμείς συνεχίζουμε, όπως όταν περπατάμε σε ένα μονοπάτι και πιστεύουμε ότι σίγουρα θα υπάρχει κάτι πέρα από τον ορίζοντα...».

Αυτό το κάτι έχει σχέση με το θείο;
«Δεν πιστεύω σε μια ανώτερη ύπαρξη ή σε μια ζωή πέρα από τον άνθρωπο. Αλλά ταυτόχρονα δεν καταφέρνω να μην το πιστεύω. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι ανώτερο από εμάς που μας κατευθύνει, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό μου ότι δεν υπάρχει τίποτε. Είναι τόσο πολύπλοκο! Εχω πολλές αμφιβολίες και ερωτήματα επάνω στο θέμα, αλλά πάντα το λαμβάνω υπόψη. Ο,τι κάνω το κάνω σαν να υπήρχε μια ανώτερη δύναμη. Και αυτό που μου αρέσει σε ένα έργο είναι όταν υπάρχει αυτή η άλλη διάσταση, όπως στον “Ντον Τζιοβάνι” ή σε τόσα άλλα μουσικά ή ποιητικά έργα. Και ξεχωρίζω τη μουσική και την ποίηση από τις άλλες τέχνες, διότι είναι οι κατ’ εξοχήν μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης που μας φέρνουν πιο κοντά σε μια δυνατή υπερβατικότητα. Αντίθετα, οι άνθρωποι ή τα έργα που την ακυρώνουν δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα».

Η ιδέα της υπερβατικότητας καθιστά δυνατή την καλλιτεχνική δημιουργία και ταυτόχρονα δίνει στον άνθρωπο την πνοή και την ώθηση να ξεπεράσει την ανθρώπινη φύση του...
«Ακριβώς. Αν το καλοσκεφτούμε, θέλουμε να βελτιωνόμαστε συνεχώς και να ξεπερνάμε τον εαυτό μας. Η ιδέα τού ''ψηλότερα'' μας γοητεύει, πόσω μάλλον όταν ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν όρια. Τι υπάρχει πιο ψηλά; Δεν το ξέρουμε. Στους μεγάλους μύθους, εξάλλου, η ιδέα του Θεού ή των θεών, του πεπρωμένου, της μοίρας, της ανάγκης, όλων αυτών των ανώτερων αρχών, είναι ουσιαστική και θεμελιώδης. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας έχει βασιστεί σε αυτές τις αρχές. Αυτό σημαίνει ότι, παρ’ όλες τις αμφιβολίες μας, έχουμε ενσωματώσει στον τρόπο της ζωής και της σκέψης μας την ιδέα της ύπαρξης μιας ανώτερης ουσίας. Πιστεύω ότι πάντα ο άνθρωπος θα είναι μοιρασμένος ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις επιθυμίες του, ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο, στο εδώ και το αλλού. Και το “ανάμεσα”, είναι ίσως ο μοναδικός τόπος, ο ου-τόπος της ελευθερίας. Το να βρίσκεται κανείς στον τόπο αυτό, σε μια λεπτή ισορροπία, κάνει τη ζωή πιο ανάλαφρη και τελικά λιγότερο οδυνηρή».

* Το έργο της Γιασμίνα Ρεζά «Ο Θεός της σφαγής» ανεβαίνει αυτήν τη θεατρική σεζόν και στην Αθήνα, στο Θέατρο Κάτια Δανδουλάκη, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ενώ το έργο της «Art» κάνει πρεμιέρα στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου «Βαφείο - Λάκης Καραλής» στις 20 Δεκεμβρίου. Η βιογραφία του Νικολά Σαρκοζί «Αυγή, βράδυ ή νύχτα» με την υπογραφή της Ρεζά μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Εστία, ενώ από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί και το βιβλίο της «Λόγια που δεν είπαμε ποτέ».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 530, σελ. 28-33, 12/12/2010.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=152&artId=373432&dt=16/12/2010#ixzz18ZelEUcI

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

You only live once: our flawed understanding of risk helps drive financial market instability

Imperial College London News Release

For immediate release
Friday 17 December 2010

Our flawed understanding of how decisions in the present restrict our options in the future means that we may underestimate the risk associated with investment decisions, according to new research by Dr Ole Peters from Imperial College London. The research, published today in the journal Quantitative Finance, suggests how policy makers might reshape financial risk controls to reduce market instability and the risk of market collapse.


Investors know that there are myriad possibilities for how a financial market might develop. Before making an investment, they try to capture these possibilities in a single number to represent likely market performance. They can do this in one of two ways: 'ensemble averaging,' which runs possible scenarios in parallel, or ‘time averaging,’ which runs scenarios in sequence.

The ensemble average is the most commonly used approach. It is based on imagining multiple scenarios that all begin from the same starting conditions, and then averaging their outcomes. The alternative, time averaging, imagines all possible scenarios playing out over time.

As we live on a timeline, previous decisions cannot be undone as time passes. Any new decision constrains our choices when making subsequent ones. Time averaging provides the more accurate prediction for the real world outcome of an investment decision.

Today's study shows that, in the investment world, the differences in the results from these two approaches are critical: time averaging inherently incorporates a measure of risk, but ensemble averaging does not.

This means that ensemble averaging consistently undervalues risk by underestimating the effects of time on investments and overestimating the degree of choice that investors have. It also encourages excessive leveraging of investments, which itself accentuates fluctuations in the market, increases market volatility, and imparts a negative drift in the market that helps drive investors into negative equity.

"In the investment world, ensemble and time averages give different results, with ensemble averages systemically ignoring the effects of fluctuations," said Dr Ole Peters, author of the study from the Department of Mathematics and Grantham Institute for Climate Change at Imperial College London. “If investors routinely used time averages, it would help to avoid scenarios such as the excessive leveraging of investments that contributes to market instability and the likelihood of market collapse."

The recent financial crisis clearly shows the effects of excessive leveraging used both between banks, and between banks and their borrowers. Investors using time averaging to calculate risk would require a good reason to exceed a leverage factor of 1. Leverage factors of 40-60, as used by some banks before the crisis, would ring alarm bells. Thus, time averaging could provide policy makers and regulators with an indication of the kind of ratios that we should expect in a healthy, robust investment market.

"Too often, investors behave as if they had access to different scenarios playing out in parallel universes whose outcomes they combine and average," explained Dr Peters. "This misleadingly encourages them to think they have more choice and face less risk than is actually the case. In reality, we are stuck in one universe and, as a consequence, time has a bigger effect on investment risk than we imagine."

"Finding more accurate ways to predict and manage risk will improve the way we prepare for and respond to extreme events, and will help our consideration of future risks due to a changing climate," said Professor Sir Brian Hoskins, Director of the Grantham Institute for Climate Change at Imperial College London. "In the wake of the financial crisis we are all aware of the fragility of the investment markets. This new research helps us understand why excessive risk-taking happens, how it destabilises the markets, and how regulators might better monitor and manage markets in the future".

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

What is Vedanta?

http://avastu0.blogspot.com/p/what-is-vedanta.html

Vedanta is a "nondual" tradition from Hinduism. It is similar in many ways to other nondual traditions like Zen or Dzogchen Buddhism, Taoism, Christian Mysticism (Gnosticism) and Sufism from Islam. Advaita is a "sect" or branch of Vedanta which says that there is a singularity of reality, a "Oneness" or one essence underlying all that appears to be.


Advaita means - not-two. This is not a path, not a practice. Advaita is a direct description of reality as it is.

Vedanta means - the end of the Vedas - the end of all knowledge - unlearning - not-knowing. Through investigation into the nature of Reality, called "self-knowledge" - the seeker comes to the realization of the nondual nature of Reality.

Advaita Vedanta does not seek to impart a new set of beliefs, but to rip the rug out from under all beliefs, all assumptions, including the assumption that there is an individual entity or person who exists, who was born and will later die.

In the direct recognition of Reality as it is, the seeker falls away as the root or foundation of all false translations.



Paradox
The "seeker" and "realization" cannot co-exist. As a seeker, taking yourself to be an individual "part" of the Universe, you have set up a lose-lose situation. A seeker can never find Oneness, because it is the very idea of a seeker which automatically excludes Oneness as a possibility. It is the concept of a person which is, by definition, the core limitation.

So asking what can I, as the seeker, do to realize Oneness, is futile. It will always be futile. The "seeker" and Oneness are mutually exclusive, we might say. It is only when the very root concept of the individual, the seeker, the person, is questioned, that the opportunity for Oneness or realization can come.



The Subject-"I"
Vedanta asks nothing of the seeker but to inquire into the sense of "I", the subject, Atma it is called. Is the world "I"? What is the world made of? How does it appear to you? It comes as sensory input, objective experience. Yet isn't this the same with the body? Is the body "I"? What about thoughts? Are thoughts "I"?

No. The body is not the subject, as it appears TO the subject-"I". Thoughts are not the subject - thoughts appear to the subject-"I". Any feeling, memory, emotion, sensation, perception, concept, idea - all are objective content to the subject-"I" which you are.

So what IS that subject-"I"? Any sensation is not it. Any perception is not it. Therefore that subject-"I" is without form, not objectifiable in any experience. Yet it is ever there - undeniably. You are ever there for any and all experiences. That subject-"I" is not, in fact, a body or a thought. It is the noticing of the body, thoughts and world.

Is it not true?

Therefore that subject-"I" is pure, without the first attribute, no shape, size, color - no dimension in space or time. What you truly are, in actual experience, is not something which has any objective content, yet it is the most intimate aspect of all experience.

Another word for the "subject" is knowing.


The Dissolution of the Seeker
The goal or aim of spirituality as seen in Vedanta is not the attainment of enlightenment for the seeker. It is the freedom FROM the seeker. That Oneness or one essence is actually what you are - only you have bound yourself to the idea of a limited being. In questioning this idea, you come to know yourself as you are - the whole, the totality, no longer imagining yourself as limited. This is the only goal.

Yet as you are already that totality, this limitation or bondage is only conceptual - the so-called veil or "maya" is only made of concepts. There is no actual separation or limitation in that one essence, even as it appears to be everything.

Therefore enlightenment is simply the recognition that you already are that one essence, and never were bound at all. You are only being as you already are. Free, perfect and whole.


A Metaphor
The gold Chain is suffering - it is seeking Peace and Happiness - it seeks to know what it is, truly.

It meditates - hoping for some vision or special experience of Gold. it's essence. It visits the Guru, asking for guidance to know what it is.

At first it formulates many ideas about Gold, what it must be like, feel like. It desperately seeks to know it's essence of this Oneness called "Gold".

Yet at every turn comes frustration. No vision or experience comes, or if they do come they always pass. No lasting realization of Gold has come.

The Guru says "what you are IS Gold - you cannot SEEK it for you ARE it." The chain is baffled by this paradox and glosses over this wisdom, seeking out Guru after Guru. book after book.

At some point the chain has exhausted all avenues, burned through all concepts about Gold. Gold cannot be found no matter what attempts are made. No concept brings the Peace and Happiness being sought after. The chain is lost without a foothold, Gold is nowhere in sight.

Yet the Guru only smiles. For in reality there never was a chain outside of a form of Gold itself. It was never chain seeking. Chain was a shape of Gold, a manifestation of Gold itself. Chain's only existence was in a concept - the reality always WAS Gold itself. Chain could not find Gold after all.

It was not chain which realized it was Gold. It was Gold which realized it was never "chain".

Right now, you are the totality itself, the one essence - you have taken yourself to be a limited entity, like the chain. As that entity you feel limited and need to seek the totality. Yet that entity you take yourself to be is only a name, only a form, only a manifestation of that One Essence.

Therefore this "I" can never find anything. "I" can never find that essence. It is that essence which realizes it never was that limited "I".

Where unconscious memories form

A small area deep in the brain called the perirhinal cortex is critical for forming unconscious conceptual memories, researchers at the UC Davis Center for Mind and Brain have found.

The perirhinal cortex was thought to be involved, like the neighboring hippocampus, in "declarative" or conscious memories, but the new results show that the picture is more complex, said lead author Wei-chun Wang, a graduate student at UC Davis.

The results were published Dec. 9 in the journal Neuron.

We're all familiar with memories that rise from the unconscious mind. Imagine looking at a beach scene, said Wang. A little later, someone mentions surfing, and the beach scene pops back into your head.

Declarative memories, in contrast, are those where we recall being on that beach and watching that surf competition: "I remember being there."

Damage to a structure called the hippocampus affects such declarative "I remember" memories, but not conceptual memories, Wang said. Neuroscientists had previously thought the same was true for the perirhinal cortex, which is located immediately next to the hippocampus.

Wang and colleagues carried out memory tests on people diagnosed with amnesia, who had known damage to the perirhinal cortex or other brain areas. They also carried out functional magnetic resonance imaging (fMRI) scans of healthy volunteers while they performed memory tests.

In a typical test, they gave the subjects a long list of words, such as chair, table or spoon, and asked them to think about how pleasant they were.

Later, they asked the subjects to think up words in different categories, such as "furniture."

Amnesiacs with damage to the perirhinal cortex performed poorly on the tests, while the same brain area lit up in fMRI scans of the healthy control subjects.

The study helps us understand how memories are assembled in the brain and how different types of brain damage might impair memory, Wang said. For example, Alzheimer's disease often attacks the hippocampus and perirhinal cortex before other brain areas.

###

Co-authors on the study are Andy Yonelinas, professor of psychology and at the Center for Mind and Brain; Charan Ranganath, professor at the Center for Neuroscience; former UC Davis graduate student Michele Lazzara, now project coordinator at the University of Illinois at Chicago; and Robert Knight, professor of psychology at UC Berkeley.

The work was funded by the National Institutes of Health.